347 αποτελέσματα για «長»

長居無用 ながいむよう

άλλο

  1. 01 δεν υπάρχει νόημα να μείνω άλλο εδώ, δεν έχει νόημα να παρατείνω την επίσκεψη, δεν έχει νόημα να επεκτείνω τη διαμονή μου
長鳴き ながなき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μακρόσυρτο λάλημα (κελάηδημα)
長暦 ちょうりゃく

ουσιαστικό

  1. 01 Εποχή Τσόριακου (21 Απριλίου 1037-10 Νοεμβρίου 1040)
長期国債 ちょうきこくさい

ουσιαστικό

  1. 01 μακροπρόθεσμο κρατικό ομόλογο
長講一席 ちょうこういっせき

ουσιαστικό

  1. 01 βγάζω έναν μακροσκελή λόγο (διάλεξη, ομιλία)
長汀曲浦 ちょうていきょくほ

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη έκταση ελικοειδούς ακτής
長和 ちょうわ

ουσιαστικό

  1. 01 Τσοούα, εποχή της ιαπωνικής ιστορίας από τις 25 Δεκεμβρίου 1012 έως τις 23 Απριλίου 1017
長元 ちょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Τσόγκεν (25/7/1028-21/4/1037)
長元坊 ちょうげんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 βραχοκιρκίνεζο (Falco tinnunculus)
長崎海軍伝習所 ながさきかいぐんでんしゅうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 Ναυτικό Εκπαιδευτήριο του Ναγκασάκι (ιδρύθηκε το 1855 στην είσοδο της Ντεζίμα)
長っ細い ながっぽそい

επίθετο

  1. 01 μακρόστενος
長路 ながみち

ουσιαστικό

  1. 01 μακρύς δρόμος, μακρινό ταξίδι
長熨斗 ながのし

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραμένο αμπαλόνι σε λεπτές φέτες (χρησιμοποιείται ως γαμήλιο δώρο αρραβώνων)
長水路 ちょうすいろ

ουσιαστικό

  1. 01 διαδρομή σε πισίνα ολυμπιακών διαστάσεων (50 μέτρα ή περισσότερο)
長崎型原爆 ながさきがたげんばく

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνική βόμβα τύπου Ναγκασάκι
長時間露光 ちょうじかんろこう

ουσιαστικό

  1. 01 μακρόχρονη έκθεση (φωτογραφία)
長三和音 ちょうさんわおん

ουσιαστικό

  1. 01 μείζονα συγχορδία, μείζον τρίφωνο
長須鯨 ながすくじら

ουσιαστικό

  1. 01 πτεροφάλαινα (είδος φάλαινας, Balaenoptera physalus)
長声 ちょうせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρατεταμένο σφύριγμα πλοίου
長保 ちょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Τσοχό (13 Ιανουαρίου 999 - 20 Ιουλίου 1004)