269 αποτελέσματα για «開»

開き鯵 ひらきあじ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιγμένο και αποξηραμένο σαφρίδι
開管 かいかん

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτός σωλήνας
開管分析 かいかんぶんせき

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμή ανοιχτού σωλήνα
開坑 かいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνοιγμα μεταλλείου
開発輸入 かいはつゆにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέλο ανάπτυξης και εισαγωγής
開放性結核 かいほうせいけっかく

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτή φυματίωση
開巻劈頭 かいかんへきとう

ουσιαστικό

  1. 01 η αρχή ενός βιβλίου
開瞼器 かいけんき

ουσιαστικό

  1. 01 βλεφαροδιαστολέας, εργαλείο συγκράτησης βλεφάρων
開音節 かいおんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτή συλλαβή
開口音 かいこうおん

ουσιαστικό

  1. 01 προφορά κινεζικών χαρακτήρων χωρίς μεσοφωνήεν μεταξύ του αρχικού συμφώνου και του κεντρικού φωνήεντος
  2. 02 το μακρό φωνήεν «ο» στα ιαπωνικά, το οποίο προκύπτει από τον συνδυασμό των ήχων «α» και «ου»
開教師 かいきょうし

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστής ιεραπόστολος, ειδικότερα σε αιρέσεις όπως η Τζόντο και η Καθαρή Γη, βουδιστής λειτουργός (στη Δύση)
開かずの あかずの

άλλο

  1. 01 μη ανοιγμένος, κλειστός
  2. 02 απαγορευμένος
開廊時間 かいろうじかん

ουσιαστικό

  1. 01 ώρες λειτουργίας γκαλερί
開経 かいきょう

ουσιαστικό

  1. 01 προεισαγωγική σούτρα
  2. 02 άνοιγμα σούτρας, έναρξη ανάγνωσης σούτρας
開いているマーク区間宣言 ひらいているマークくかんせんげん

ουσιαστικό

  1. 01 δήλωση ανοιχτού τμήματος με επισήμανση
開いている実体 ひらいているじったい

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτή οντότητα
開いている要素 ひらいているようそ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτό στοιχείο
開かれたシステム ひらかれたシステム

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτό σύστημα
開ループ かいループ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτός βρόχος
開始タグ かいしタグ

ουσιαστικό

  1. 01 ετικέτα έναρξης, ετικέτα αρχής, ετικέτα ανοίγματος