223 αποτελέσματα για «防»

防衛装備移転三原則 ぼうえいそうびいてんさんげんそく

ουσιαστικό

  1. 01 τρεις αρχές για τη μεταφορά αμυντικού εξοπλισμού και τεχνολογίας
防波壁 ぼうはへき

ουσιαστικό

  1. 01 θαλάσσιο ανάχωμα, τείχος προστασίας από τσουνάμι
防共協定 ぼうきょうきょうてい

ουσιαστικό

  1. 01 σύμφωνο κατά της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1936)
防護策 ぼうごさく

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευτικό μέτρο, δικλείδα ασφαλείας
防御力 ぼうぎょりょく

ουσιαστικό

  1. 01 αμυντική ισχύς, αμυντική ικανότητα
防蟻 ぼうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόληψη προσβολής από μυρμήγκια, έλεγχος μυρμηγκιών, καταπολέμηση τερμιτών
防水板 ぼうすいばん

ουσιαστικό

  1. 01 στεγανό φράγμα, προστατευτική πλάκα κατά των πλημμυρών, αδιάβροχη επένδυση
防弾ホスティング ぼうだんホスティング

ουσιαστικό

  1. 01 αλεξίσφαιρη φιλοξενία, ανώνυμη φιλοξενία
防水時計 ぼうすいどけい

ουσιαστικό

  1. 01 αδιάβροχο ρολόι
防氷 ぼうひょう

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπαγωτικός
防弾サーバー ぼうだんサーバー

ουσιαστικό

  1. 01 αλεξίσφαιρη φιλοξενία, ανώνυμη φιλοξενία
防爆 ぼうばく

ουσιαστικό

  1. 01 αντιεκρηκτική προστασία
防災袋 ぼうさいぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 σάκος εκτάκτου ανάγκης, κιτ επιβίωσης
防災気象情報 ぼうさいきしょうじょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 πληροφορία μετεωρολογικών δεδομένων πρόληψης καταστροφών, προειδοποιήσεις σχετικές με καταστροφές που εκδίδονται από την Ιαπωνική Μετεωρολογική Υπηρεσία
防災意識 ぼうさいいしき

ουσιαστικό

  1. 01 συνείδηση πρόληψης καταστροφών, επίγνωση για την αντιμετώπιση καταστροφών, η καθημερινή συνειδητοποίηση της πρόληψης και του μετριασμού των επιπτώσεων από καταστροφές
防犯ベル ぼうはんベル

ουσιαστικό

  1. 01 συναγερμός διάρρηξης, προσωπικός συναγερμός
防災リュック ぼうさいリュック

ουσιαστικό

  1. 01 σάκος έκτακτης ανάγκης, τσάντα διαφυγής
防諜機関 ぼうちょうきかん

ουσιαστικό

  1. 01 οργανισμός αντικατασκοπείας, υπηρεσία αντικατασκοπείας
防衛学会 ぼうえいがっかい

ουσιαστικό

  1. 01 Εταιρεία Εθνικής Άμυνας
防衛施設周辺整備協会 ぼうえいしせつしゅうへんせいびきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Ένωση Βελτίωσης Περιβάλλοντος Χώρων Άμυνας