282 αποτελέσματα για «青»

青海牛 あおうみうし

ουσιαστικό

  1. 01 Χιπσελοδωρίς η εορταστική (είδος θαλάσσιου γυμνοσάλιαγκα)
青図 あおず

ουσιαστικό

  1. 01 μπλε εκτύπωση, σχεδιάγραμμα
青天井予算 あおてんじょうよさん

ουσιαστικό

  1. 01 απεριόριστος προϋπολογισμός
青立ち あおだち

ουσιαστικό

  1. 01 αποτυγχάνω να ωριμάσω ή να ανθίσω
青枯病 あおがれびょう

ουσιαστικό

  1. 01 αογκαρεμπιό, βακτηριακή μαρασμός (προκαλείται από το βακτήριο Ralstonia solanacearum)
青電話 あおでんわ

ουσιαστικό

  1. 01 μπλε τηλέφωνο, (μπλε) δημόσιος τηλεφωνικός θάλαμος
青化物 せいかぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κυάνιο
青色症 せいしょくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κυάνωση
青田売買 あおたばいばい

ουσιαστικό

  1. 01 αγοραπωλησία σοδειάς ρυζιού πριν από τη συγκομιδή
青坊主 あおぼうず

ουσιαστικό

  1. 01 ξυρισμένο κεφάλι, άτομο με ξυρισμένο κεφάλι
青酸カリウム せいさんカリウム

ουσιαστικό

  1. 01 κυανιούχο κάλιο
青斑猫 あおはんみょう

ουσιαστικό

  1. 01 ισπανική μύγα (λύττα η φυσαλιδώδης)
青歯 あおば

ουσιαστικό

  1. 01 μπλουτούθ (είδος ασύρματου τοπικού δικτύου μικρής εμβέλειας)
青人草 あおひとくさ

ουσιαστικό

  1. 01 λαός, κοινό, πολίτες
青森椴松 あおもりとどまつ

ουσιαστικό

  1. 01 έλατο του Μαρί
青河原鶸 あおかわらひわ

ουσιαστικό

  1. 01 φλώρος (Carduelis chloris)
青葛藤 アオツヅラフジ

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκύλος ο κυκλικός (Cocculus orbiculatus), γνωστό και ως αοτσουζουραφούτζι
青鞜派 せいとうは

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκες διανοούμενες (σεϊτόχα)
青矢柄 あおやがら

ουσιαστικό

  1. 01 μπλε κηλιδωτή φιστουλαρία (Fistularia commersonii)
青眼狗母魚 あおめえそ

ουσιαστικό

  1. 01 αομεέσο (είδος ψαριού της οικογένειας χλωροφθαλμίδες)