290 αποτελέσματα για «風»
風成 ふうせい
ουσιαστικό
- 01 αιολικός, ανεμογενής, σχηματισμένος από τον άνεμο
風采が上がらない ふうさいがあがらない
άλλο, επίθετο
- 01 κακός στην εμφάνιση, μη εντυπωσιακός, αδιάφορος, μη ελκυστικός
風配図 ふうはいず
ουσιαστικό
- 01 ανεμολόγιο
風光絶佳 ふうこうぜっか
ουσιαστικό
- 01 εξαιρετική φυσική ομορφιά, μαγευτικό τοπίο
風鳥座 ふうちょうざ
ουσιαστικό
- 01 φουτσόζα (αστερισμός), το Πτηνό του Παραδείσου
風抜き かぜぬき
ουσιαστικό
- 01 οπή εξαερισμού, αεραγωγός
風声鶴唳 ふうせいかくれい
ουσιαστικό
- 01 τρομάζω με το παραμικρό, φοβάμαι ακόμα και τον ίσκιο μου, διακατέχομαι από υπερβολικό φόβο εξαιτίας κάθε θορύβου
風流三昧 ふうりゅうざんまい
ουσιαστικό
- 01 βρίσκω απόλαυση σε κομψές ασχολίες, απορροφώμαι σε εκλεπτυσμένες πολιτιστικές ασχολίες όπως η ποίηση, η ζωγραφική και η καλλιγραφία
風船ガムを膨らませる ふうせんガムをふくらませる
άλλο, ρήμα
- 01 κάνω φούσκα (με τσίχλα)
風媒 ふうばい
ουσιαστικό
- 01 ανεμογαμία
風草 かぜくさ
ουσιαστικό
- 01 εραγρόστις η σιδηρούχος, είδος αγρωστώδους φυτού που αναπτύσσεται σε παραποτάμιες ή παραλίμνιες περιοχές
風力エネルギー ふうりょくエネルギー
ουσιαστικό
- 01 αιολική ενέργεια
風雲 かざぐも
ουσιαστικό
- 01 σύννεφα που εμφανίζονται πριν αρχίσει να φυσάει ο άνεμος
- 02 άνεμοι και σύννεφα
風干し かざぼし
ουσιαστικό
- 01 καζαμπόσι, ξήρανση στον αέρα (π.χ. ψαριών), άπλωμα σε αεριζόμενο μέρος για στέγνωμα
風蝶草 ふうちょうそう
ουσιαστικό
- 01 φουτσόσο (cleome gynandra)
風呂女 ふろおんな
ουσιαστικό
- 01 γυναίκα ιερόδουλη που εργαζόταν σε λουτρό (περίοδος Έντο)
風物誌 ふうぶつし
ουσιαστικό
- 01 πεζογραφία για μια περιοχή (ή τα εποχιακά της χαρακτηριστικά, το τοπίο της κ.λπ.)
風露草 ふうろそう
ουσιαστικό
- 01 γεράνι (οποιοδήποτε φυτό του γένους Γεράνιο)
風帯 ふうたい
ουσιαστικό
- 01 φούντα
風向計 ふうこうけい
ουσιαστικό
- 01 ανεμοδείκτης