215 αποτελέσματα για «黄»

黄櫨蝋 はじろう

ουσιαστικό

  1. 01 φυτικό κερί, κερί Ιαπωνίας, κερί σουμάκ
黄セパ きセパ

ουσιαστικό

  1. 01 κίτρινο χαρτί αποκόλλησης
黄昏る たそがる

ρήμα

  1. 01 σουρουπώνω, βραδιάζει, σκοτεινιάζει μετά τη δύση του ηλίου
  2. 02 παρακμάζω, φθίνω, χάνω τη ζωντάνια μου
黄龍 こうりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κίτρινος δράκος
黄足背黒鴎 きあしせぐろかもめ

ουσιαστικό

  1. 01 κασπικός γλάρος (Larus cachinnans)
黄色い血 きいろいち

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αίμα με χαμηλό αριθμό ερυθρών αιμοσφαιρίων (λόγω συχνών αιμοδοσιών), κίτρινο αίμα
黄錫鉱 おうしゃくこう

ουσιαστικό

  1. 01 κασσιτερίτης
黄泉醜女 ヨモツシコメ

ουσιαστικό

  1. 01 δαίμονας που κατοικεί στον κάτω κόσμο
黄連雀 キレンジャク

ουσιαστικό

  1. 01 κεδροπυρρούλα (Bombycilla garrulus)
黄茅渟 キチヌ

ουσιαστικό

  1. 01 κιτσίνου (είδος τσιπούρας, Acanthopagrus latus)
黄金花 こがねばな

ουσιαστικό

  1. 01 σκουτελλάρια η βαϊκαλική (Scutellaria baicalensis), κινεζική σκουτελλάρια
黄金の山 こがねのやま

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 βουνό που αποδίδει χρυσό, χρυσωρυχείο
  2. 02 βουνό από χρυσό, σωρός από χρυσά νομίσματα, στοίβα χρυσού
黄金郷 おうごんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 Ελ Ντοράντο, χώρα του χρυσού, πόλη του χρυσού
黄金虫 こがねむし

ουσιαστικό

  1. 01 Χρυσό σκαθάρι (διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόου, 1843)
  1. 01 κίτρινο