611 αποτελέσματα για «二»
二拍子 にびょうし
ουσιαστικό
- 01 διμερής χρόνος, διμερές μέτρο, μέτρο δύο τετάρτων
二重星 にじゅうせい
ουσιαστικό
- 01 διπλός αστέρας, οπτικός διπλός αστέρας
二十八宿 にじゅうはっしゅく
ουσιαστικό
- 01 εικοσιοκτώ οικίες της κινεζικής αστρονομίας (αστερισμοί που διαιρούν την εκλειπτική σε είκοσι οκτώ θέσεις)
二重国籍 にじゅうこくせき
ουσιαστικό
- 01 διπλή υπηκοότητα, διπλή ιθαγένεια
二期作 にきさく
ουσιαστικό
- 01 καλλιέργεια δύο φορές τον χρόνο, διπλή ετήσια σοδειά
二等航海士 にとうこうかいし
ουσιαστικό
- 01 ανθυποπλοίαρχος
二次電池 にじでんち
ουσιαστικό
- 01 επαναφορτιζόμενη μπαταρία
二直角 にちょっかく
ουσιαστικό
- 01 ευθεία γωνία
二塁手 にるいしゅ
ουσιαστικό
- 01 παίκτης της δεύτερης βάσης
二等星 にとうせい
ουσιαστικό
- 01 αστέρας δευτέρου μεγέθους
二大政党 にだいせいとう
ουσιαστικό
- 01 τα δύο μεγαλύτερα κόμματα
二重化 にじゅうか
ουσιαστικό
- 01 διπλασιασμός, πλεονασμός
二酸化ケイ素 にさんかけいそ
ουσιαστικό
- 01 διοξείδιο του πυριτίου, πυριτία
二大政党制 にだいせいとうせい
ουσιαστικό
- 01 διπολικό κομματικό σύστημα
二院制 にいんせい
ουσιαστικό
- 01 διθάλαμο σύστημα
二十日大根 はつかだいこん
ουσιαστικό
- 01 χάτσουκα-ντάικον, ραπανάκι (Raphanus sativus var. sativus)
二連式 にれんしき
ουσιαστικό
- 01 διπλός, διπλής διάταξης
二世議員 にせいぎいん
ουσιαστικό
- 01 πολιτικός δεύτερης γενιάς, βουλευτής δεύτερης γενιάς, βουλευτής που διαδέχθηκε τον γονέα του
二伸 にしん
ουσιαστικό
- 01 υστέρογραφο, υ.γ.
二十重 はたえ
ουσιαστικό
- 01 πολυστρωματικός, πολυεπίπεδος