280 αποτελέσματα για «保»

保存期間検査 ほぞんきかんけんさ

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος λήξης, έλεγχος περιόδου διατήρησης
保護細胞 ほごさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευτικό κύτταρο
保護作業場 ほごさぎょうば

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευμένο εργαστήριο
保証小切手 ほしょうこぎって

ουσιαστικό

  1. 01 εγγυημένη επιταγή, επικυρωμένη επιταγή
保磁力 ほじりょく

ουσιαστικό

  1. 01 αναγκαστική δύναμη, μαγνητική εξαναγκαστική δύναμη
保険取引 ほけんとりひき

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλιστική συναλλαγή
保全生態学 ほぜんせいたいがく

ουσιαστικό

  1. 01 διατηρησιακή οικολογία
保険価額 ほけんかがく

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλίσιμη αξία
保険事故 ほけんじこ

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλιστικό περιστατικό
保険薬 ほけんやく

ουσιαστικό

  1. 01 φάρμακο που καλύπτεται από την ασφάλιση υγείας
保証保険 ほしょうほけん

ουσιαστικό

  1. 01 ασφάλιση εγγύησης
保水剤 ほすいざい

ουσιαστικό

  1. 01 υγραντικό, μέσο συγκράτησης νερού
保険計理人 ほけんけいりにん

ουσιαστικό

  1. 01 αναλογιστής
保修 ほしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 συντήρηση
保全遺伝学 ほぜんいでんがく

ουσιαστικό

  1. 01 γενετική της διατήρησης
保全生物学 ほぜんせいぶつがく

ουσιαστικό

  1. 01 διατηρητική βιολογία
保有熱 ほゆうねつ

ουσιαστικό

  1. 01 δυνητική θερμότητα, υπολειμματική θερμότητα
保守王国 ほしゅおうこく

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή με ακλόνητα συντηρητικά φρονήματα, βασίλειο του συντηρητισμού
保険募集人 ほけんぼしゅうにん

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλιστικός πράκτορας
保険ベッド ほけんベッド

ουσιαστικό

  1. 01 νοσοκομειακό κρεβάτι που καλύπτεται πλήρως από την εθνική ασφάλιση υγείας