368 αποτελέσματα για «入»
入漁料 にゅうぎょりょう
ουσιαστικό
- 01 τέλος άδειας αλιείας
入力値 にゅうりょくち
ουσιαστικό
- 01 λογική τιμή εισόδου
入学枠 にゅうがくわく
ουσιαστικό
- 01 κατηγορία εισαγωγής σε σχολή ή ίδρυμα
入り船 いりふね
ουσιαστικό
- 01 εισερχόμενο πλοίο, πλοίο που καταπλέει στο λιμάνι
入神の技 にゅうしんのぎ
ουσιαστικό
- 01 επιδεξιότητα υπεράνθρωπου επιπέδου
入れ目 いれめ
ουσιαστικό
- 01 τεχνητό μάτι
入手難 にゅうしゅなん
ουσιαστικό
- 01 δυσκολία στην απόκτηση
入力ファイル名 にゅうりょくファイルめい
ουσιαστικό
- 01 όνομα αρχείου εισόδου
入墨者 いれずみもの
ουσιαστικό
- 01 άτομο που έχει στιγματιστεί με τατουάζ ως τιμωρία για κάποιο έγκλημα (κατά την περίοδο Έντο)
入門テキスト にゅうもんテキスト
ουσιαστικό
- 01 εισαγωγικό κείμενο
入漁 にゅうぎょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αλιεία σε περιορισμένα ύδατα
入超 にゅうちょう
ουσιαστικό
- 01 εμπορικό έλλειμμα, πλεόνασμα εισαγωγών
入国査証 にゅうこくさしょう
ουσιαστικό
- 01 θεώρηση εισόδου, βίζα εισόδου
入力ファイル にゅうりょくファイル
ουσιαστικό
- 01 αρχείο εισόδου
入力文 にゅうりょくぶん
ουσιαστικό
- 01 προταση εισοδου, δηλωση εισοδου
入場式 にゅうじょうしき
ουσιαστικό
- 01 τελετή έναρξης
入寺 にゅうじ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 είσοδος σε ναό, επίσκεψη σε ναό
- 02 εισδοχή σε ναό ως ιερέας ή αρχιερέας
入れぼくろ いれぼくろ
ουσιαστικό
- 01 τεχνητή ελιά, ζωγραφισμένη ελιά στο πρόσωπο
- 02 τατουάζ
入格 にゅうかく
ουσιαστικό
- 01 εσωτικός (πτώση)
入居案内 にゅうきょあんない
ουσιαστικό
- 01 οδηγός ενοίκου