475 αποτελέσματα για «公»

公差 こうさ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή διαφορά
  2. 02 ανοχή (στη μηχανική, την κατασκευή, κ.λπ.), περιθώριο, επιτρεπτό σφάλμα
公試 こうし

ουσιαστικό

  1. 01 κρατικές εξετάσεις
公教要理 こうきょうようり

ουσιαστικό

  1. 01 καθολική κατήχηση
公党 こうとう

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτικό κόμμα
公転運動 こうてんうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 περιφορά
公倍数 こうばいすう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινό πολλαπλάσιο
公器 こうき

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιος οργανισμός, δημόσιο ίδρυμα
公有水面 こうゆうすいめん

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια ύδατα
公開鍵 こうかいかぎ

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιο κλειδί
公務災害 こうむさいがい

ουσιαστικό

  1. 01 εργατικό ατύχημα κατά την άσκηση υπηρεσιακών καθηκόντων
公開の席 こうかいのせき

ουσιαστικό

  1. 01 δημοσίως, σε κοινή θέα
公安審査委員会 こうあんしんさいいんかい

ουσιαστικό

  1. 01 Επιτροπή Ελέγχου Δημόσιας Ασφάλειας
公的扶助 こうてきふじょ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνική πρόνοια
公傷 こうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 εργατικό ατύχημα
公衆道徳 こうしゅうどうとく

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια ηθική
公使館員 こうしかんいん

ουσιαστικό

  1. 01 μέλος διπλωματικής αποστολής, ακόλουθος
公田 こうでん

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιος αγρός που διοικείται απευθείας από τον ηγεμόνα
公地公民 こうちこうみん

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης κρατική ιδιοκτησία της γης και των πολιτών (διακηρύχθηκε με τις μεταρρυθμίσεις Τάικα, περίοδος Ριτσουριό)
公用文 こうようぶん

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημη ορολογία
公園墓地 こうえんぼち

ουσιαστικό

  1. 01 κοιμητήριο-πάρκο, πάρκο μνήμης