273 αποτελέσματα για «切»

切り賃 きりちん

ουσιαστικό

  1. 01 μεσιτεία, προμήθεια συναλλάγματος
切り釘 きりくぎ

ουσιαστικό

  1. 01 καρφί χωρίς κεφάλι, διπλό καρφί
切り売り主義 きりうりしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πορνεία
切り幣 きりぬさ

ουσιαστικό

  1. 01 κομμένα χαρτιά και ιερά κλαδιά σακάκι, αναμεμειγμένα με ρύζι για να διασκορπιστούν μπροστά στις θεότητες
切れ屋 きれや

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα υφασμάτων
切れない きれない

επίθημα, επίθετο

  1. 01 αδυνατώ να ολοκληρώσω μια ενέργεια λόγω υπερβολικής ποσότητας ή έντασης
切諌 せっかん

ουσιαστικό

  1. 01 αυστηρή νουθεσία, ελεγκτική παρατήρηση
切断患者 せつだんかんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ακρωτηριασμένος ασθενής
切論 せつろん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίμονο επιχείρημα
切分法 せつぶんほう

ουσιαστικό

  1. 01 συγχρονισμός, αντιστιξιακή ανακοπή
切手を溜める きってをためる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συλλέγω γραμματόσημα
切符を改める きっぷをあらためる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ελέγχω τα εισιτήρια
切れの帽子 きれのぼうし

ουσιαστικό

  1. 01 υφασμάτινο καπέλο
切戻 せつらい

ουσιαστικό

  1. 01 επαναφορά (αντιστροφή της εναλλαγής εφεδρείας μετά από επισκευή)
切韻 せついん

ουσιαστικό

  1. 01 Τσιέγιουν (αρχαίο κινεζικό λεξικό ταξινομημένο ανά ομοιοκαταληξία, το οποίο παρουσιάζει τις σημασίες των χαρακτήρων και αναπαριστά την προφορά τους με τη μέθοδο φαντσιέ)
切麻 きりぬさ

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτοκομμένη κάνναβη ή χαρτί αναμεμειγμένο με ρύζι (που σκορπίζεται ως προσφορά στους θεούς)
切りばり法 きりばりほう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος γκεστάλτ, εκ των προτέρων μέθοδος
切り捨てられる きりすてられる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μπορεί να απορριφθεί, μπορεί να περικοπεί
切り落とし きりおとし

ουσιαστικό

  1. 01 υπολείμματα (όταν κόβουμε κρέας, ψάρι, γλυκά κ.λπ.), κομμάτια κρέατος σε φέτες, άκρες
  2. 02 απόκομμα
切捨て機能 きりすてきのう

ουσιαστικό

  1. 01 συνάρτηση αποκοπής