320 αποτελέσματα για «単»
単語カウント たんごカウント
ουσιαστικό
- 01 καταμέτρηση λέξεων
単行出版物 たんこうしゅっぱんぶつ
ουσιαστικό
- 01 αυτοτελής έκδοση
単項演算 たんこうえんざん
ουσιαστικό
- 01 μοναδιαία πράξη, μονομελής πράξη
単紙 たんし
ουσιαστικό
- 01 μονόφυλλο χαρτί
単純コマンド たんじゅんコマンド
ουσιαστικό
- 01 απλή εντολή
単純マトリックス方式 たんじゅんマトリックスほうしき
ουσιαστικό
- 01 παθητική μήτρα υγρών κρυστάλλων
単純階層 たんじゅんかいそう
ουσιαστικό
- 01 απλή ιεραρχία
単純緩衝法 たんじゅんかんしょうほう
ουσιαστικό
- 01 απλή απομόνωση, απλή δημιουργία ενδιάμεσης μνήμης
単純型 たんじゅんがた
ουσιαστικό
- 01 απλός τύπος
単純実行文 たんじゅんじっこうぶん
ουσιαστικό
- 01 απλή εκτελεστική πρόταση
単純条件 たんじゅんじょうけん
ουσιαστικό
- 01 απλή συνθήκη
単純連結処理定義 たんじゅんれんけつしょりていぎ
ουσιαστικό
- 01 απλή σύνδεση (ορισμός διεργασίας)
単精度浮動小数点数 たんせいどふどうしょうすうてんすう
ουσιαστικό
- 01 αριθμός κινητής υποδιαστολής απλής ακρίβειας
単線式回線 たんせんしきかいせん
ουσιαστικό
- 01 μονόσυρμη γραμμή
単層埋込み試験 たんそううめこみしけん
ουσιαστικό
- 01 δοκιμή ενσωμάτωσης μονής στρώσης
単体試験 たんたいしけん
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος μονάδας
単適合決定表 たんてきごうけっていひょう
ουσιαστικό
- 01 πίνακας αποφάσεων απλής αντιστοίχισης
単票 たんぴょう
ουσιαστικό
- 01 αποκοπτόμενο δελτίο
単方向伝送 たんほうこうでんそう
ουσιαστικό
- 01 αμφίδρομη μετάδοση (μονόδρομη)
単密度 たんみつど
ουσιαστικό
- 01 απλή πυκνότητα