260 αποτελέσματα για «回»
回向文 えこうもん
ουσιαστικό
- 01 τελική απαγγελία που μεταβιβάζει την αξία της τελετής σε έναν βούδα, έναν μποντισάτβα ή στους νεκρούς
回分 かいぶん
ουσιαστικό, άλλο
- 01 παρτίδα, δόση
- 02 φορές (πολλαπλασιαστής)
回転カン かいてんカン
ουσιαστικό
- 01 περιστρεφόμενο κλιπ
回帰式 かいきしき
ουσιαστικό
- 01 εξίσωση παλινδρόμησης
回路配置利用権 かいろはいちりようけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα εκμετάλλευσης τοπογραφίας ολοκληρωμένου κυκλώματος
回答選択肢 かいとうせんたくし
ουσιαστικό
- 01 επιλογές απάντησης (π.χ. για ένα ερωτηματολόγιο), πλαίσιο απάντησης
回し引き鋸 まわしびきのこぎり
ουσιαστικό
- 01 πριόνι χειρός με στενή λάμα, σέγα, σέγα
回転式乾燥機 かいてんしきかんそうき
ουσιαστικό
- 01 στεγνωτήριο ρούχων
- 02 περιστροφικό ξηραντήριο (βιομηχανικό)
回回教 フイフイきょう
ουσιαστικό
- 01 ισλάμ
回青 かいせい
ουσιαστικό
- 01 κασέι (μπλε χρωστική ουσία από το Μοχάμεντ που χρησιμοποιείται στη ζωγραφική πορσελάνης)
回転行列 かいてんぎょうれつ
ουσιαστικό
- 01 πίνακας περιστροφής
回旋状 かいせんじょう
ουσιαστικό
- 01 συστραμμένος, ελικώδης
回腸炎 かいちょうえん
ουσιαστικό
- 01 ειλεΐτιδα
回避性人格障害 かいひせいじんかくしょうがい
ουσιαστικό
- 01 αποφευκτική διαταραχή προσωπικότητας
回避性人格 かいひせいじんかく
ουσιαστικό
- 01 αποφευκτική προσωπικότητα
回廊地帯 かいろうちたい
ουσιαστικό
- 01 διάδρομος (λωρίδα γης)
回転型電動機 かいてんけいでんどうき
ουσιαστικό
- 01 περιστροφικός ηλεκτροκινητήρας
回転速度計 かいてんそくどけい
ουσιαστικό
- 01 στροφόμετρο, μετρητής περιστροφών
回転のぞき絵 かいてんのぞきえ
ουσιαστικό
- 01 ζωοτρόπιο (συσκευή κινουμένων σχεδίων)
回向偈 えこうげ
ουσιαστικό
- 01 τελική απαγγελία (εκόγκε) που μεταφέρει την αξία της τελετής σε έναν βούδα, έναν μποντισάτβα ή στους νεκρούς