588 αποτελέσματα για «地»

地目 ちもく

ουσιαστικό

  1. 01 ταξινόμηση γης
地核 ちかく

ουσιαστικό

  1. 01 πυρήνας (της Γης)
地雷火 じらいか

ουσιαστικό

  1. 01 ναρκοπέδιο, νάρκη
地下湖 ちかこ

ουσιαστικό

  1. 01 υπόγεια λίμνη
地震予知 じしんよち

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγνωση σεισμού
地歴 ちれき

ουσιαστικό

  1. 01 γεωγραφία και ιστορία
地方選挙 ちほうせんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικές εκλογές, περιφερειακές εκλογές
地方税 ちほうぜい

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικός φόρος, δημοτικός φόρος
地元産 じもとさん

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικό προϊόν, εγχώριος, ντόπιος
地震学 じしんがく

ουσιαστικό

  1. 01 σεισμολογία
地割り じわり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διανομή γης, καταμερισμός οικοπέδων
地球物理学 ちきゅうぶつりがく

ουσιαστικό

  1. 01 γεωφυσική
地下運動 ちかうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 υπόγειες δραστηριότητες
地方交付税 ちほうこうふぜい

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικός επιχορηγούμενος φόρος (φόρος που κατανέμεται στις τοπικές αυτοδιοικήσεις)
地理学者 ちりがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 γεωγράφος
地震国 じしんこく

ουσιαστικό

  1. 01 σεισμογενής χώρα
地頭 じあたま

ουσιαστικό

  1. 01 κεφάλι χωρίς περούκα, φυσικό μαλλί
  2. 02 νοημοσύνη, αντίληψη, ευφυΐα
地番 ちばん

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός οικοπέδου
地気 ちき

ουσιαστικό

  1. 01 αέρας ή υδρατμός στο έδαφος (ατμός)
  2. 02 ηλεκτρική γείωση, γείωση
地域猫 ちいきねこ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινοτική γάτα