257 αποτελέσματα για «学»
学習障害児 がくしゅうしょうがいじ
ουσιαστικό
- 01 παιδί με μαθησιακή δυσκολία
学習困難児 がくしゅうこんなんじ
ουσιαστικό
- 01 παιδί με μαθησιακές δυσκολίες
学校債券 がっこうさいけん
ουσιαστικό
- 01 σχολικό ομόλογο ή χρεόγραφο
学者貧乏 がくしゃびんぼう
άλλο
- 01 οι καλοί λόγιοι σπάνια είναι πλούσιοι
学校文法 がっこうぶんぽう
ουσιαστικό
- 01 σχολική γραμματική
- 02 σύστημα ιαπωνικής γραμματικής που χρησιμοποιείται στα ιαπωνικά σχολεία και λεξικά
学歴難民 がくれきなんみん
ουσιαστικό
- 01 υπερπροσοντούχος, άτομο με πτυχία που αδυνατεί να βρει εργασία, πρόσφυγας της εκπαίδευσης
学際領域 がくさいりょういき
ουσιαστικό
- 01 διεπιστημονικό πεδίο (ακαδημαϊκό)
学習リモコン がくしゅうリモコン
ουσιαστικό
- 01 προγραμματιζόμενο τηλεχειριστήριο
学年暦 がくねんれき
ουσιαστικό
- 01 ακαδημαϊκό ημερολόγιο, πρόγραμμα σχολικών εκδηλώσεων και ημερομηνιών
学術評議会 がくじゅつひょうぎかい
ουσιαστικό
- 01 ακαδημαϊκό συμβούλιο, επιστημονικό συμβούλιο
学習漢字 がくしゅうかんじ
ουσιαστικό
- 01 τα 1.026 γκακούσου κάντζι που διδάσκονται στα ιαπωνικά δημοτικά σχολεία
学びて思わざれば則ち罔し まなびておもわざればすなわちくらし
άλλο
- 01 η μελέτη χωρίς σκέψη είναι μάταιη, η μάθηση χωρίς στοχασμό είναι άχρηστη
学生支援緊急給付金 がくせいしえんきんきゅうきゅうふきん
ουσιαστικό
- 01 έκτακτο επίδομα στήριξης φοιτητών (κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19)
学校長 がっこうちょう
ουσιαστικό
- 01 διευθυντής σχολείου, λυκειάρχης
学校制度 がっこうせいど
ουσιαστικό
- 01 εκπαιδευτικό σύστημα, σχολικό σύστημα
学校図書館法 がっこうとしょかんほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί σχολικών βιβλιοθηκών
学徒出陣 がくとしゅつじん
ουσιαστικό
- 01 στράτευση φοιτητών για το μέτωπο (κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο)
学徒兵 がくとへい
ουσιαστικό
- 01 μαθητής στρατιώτης (κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο)
学歴信仰 がくれきしんこう
ουσιαστικό
- 01 τυφλή πίστη στην αξία των ακαδημαϊκών τίτλων, σπουδαιοκρατία
学習会 がくしゅうかい
ουσιαστικό
- 01 ομάδα μελέτης, συνεδρία μελέτης, συνάντηση μελέτης