233 αποτελέσματα για «安»
安全工学 あんぜんこうがく
ουσιαστικό
- 01 μηχανική ασφαλείας
安銀鉱 あんぎんこう
ουσιαστικό
- 01 δυσκρασίτης
安楽集 あんらくしゅう
ουσιαστικό
- 01 σχολιασμός του Ντάο-τσου πάνω στη Σούτρα του Διαλογισμού του Αμιτάγιουρ
安徽大学 あんきだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Ανχουί
安川電機 やすかわでんき
ουσιαστικό
- 01 Γιασκάουα Ελέκτρικ Κορπορέισον
安全衛生協会 あんぜんえいせいきょうかい
ουσιαστικό
- 01 ινστιτούτο επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας
安田火災海上保険 やすだかさいかいじょうほけん
ουσιαστικό
- 01 Γιασούντα Φάιαρ εντ Μαρίν Ινσούρανς Κόμπανι, Λίμιτεδ
安田女子大学 やすだじょしだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Γυναικών Γιασούντα
安田信託銀行 やすだしんたくぎんこう
ουσιαστικό
- 01 Τράπεζα Εμπιστευμάτων και Τραπεζικών Συναλλαγών Γιασούντα
安藤建設 あんどうけんせつ
ουσιαστικό
- 01 Αντό Κονστράκσιον (εταιρεία κατασκευών)
安田財閥 やすだざいばつ
ουσιαστικό
- 01 γιασούντα ζαϊμπάτσου (ιαπωνικός όμιλος επιχειρήσεων)
安協 あんきょう
ουσιαστικό
- 01 σύλλογος οδικής ασφάλειας (συντ.)
安
- 01 χαλαρώνω
- 02 φθηνός
- 03 χαμηλός
- 04 ήσυχος
- 05 ξεκούραστος
- 06 ικανοποιημένος
- 07 ειρηνικός