826 αποτελέσματα για «小»

小脳 しょうのう

ουσιαστικό

  1. 01 παρεγκεφαλίδα
小5 しょうご

ουσιαστικό

  1. 01 πέμπτη τάξη δημοτικού, μαθητής πέμπτης τάξης δημοτικού
小豆色 あずきいろ

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκινωπό καφέ
小菊 こぎく

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό χρυσάνθεμο
  2. 02 μικρό κομμάτι χαρτιού χαμηλής ποιότητας (χρησιμοποιείται ως υποστήριγμα τσαγιέρας, χαρτομάντιλο κ.λπ.)
  3. 03 κομμάτι χαρτί που δίνεται ως φιλοδώρημα σε περιοχή με οίκους ανοχής (το οποίο μπορεί αργότερα να εξαργυρωθεί)
小型車 こがたしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό αυτοκίνητο, μικρομεσαίο αυτοκίνητο
小っちゃな ちっちゃな

άλλο

  1. 01 μικροσκοπικός, μικρούλης, δαχτυλοδεικτούμενος
小頭 こがしら

ουσιαστικό

  1. 01 επικεφαλής οργανωτικού τμήματος
小頭 しょうとう

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό κεφάλι
小数 しょうすう N2

ουσιαστικό

  1. 01 κλάσμα (μέρος ενός συνόλου), δεκαδικό κλάσμα
小玉 こだま

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή μπάλα, σφαιρίδιο, χάντρα, μικρό λαχανικό ή κομμάτι φρούτου
小突き回す こづきまわす

ρήμα

  1. 01 σπρώχνω κάποιον συνεχώς, σπρώχνω βίαια, φέρομαι άγρια, εκφοβίζω
小座敷 こざしき

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό δωμάτιο με τατάμι
  2. 02 επέκταση του κύριου δωματίου μιας κατοικίας (στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική τύπου παλατιού)
  3. 03 δωμάτιο μικρότερο από τεσσεράμισι τατάμι (στην τελετή του τσαγιού)
小じわ こじわ

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτές ρυτίδες, πόδι της χήνας
小康 しょうこう

ουσιαστικό

  1. 01 ανάπαυλα, διάλειμμα, ανάσα
  2. 02 ύφεση (ασθένειας), σταθεροποίηση
小4 しょうよん

ουσιαστικό

  1. 01 τετάρτη τάξη δημοτικού, μαθητής τετάρτης τάξης δημοτικού
小便を漏らす しょうべんをもらす

άλλο, ρήμα

  1. 01 κατουριέμαι στο παντελόνι μου, βρέχομαι
小名 しょうみょう

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός φεουδάρχης
小3 しょうさん

ουσιαστικό

  1. 01 τρίτη τάξη δημοτικού, μαθητής τρίτης τάξης δημοτικού
小児科医 しょうにかい

ουσιαστικό

  1. 01 παιδίατρος
小回りがきく こまわりがきく

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω μικρή ακτίνα στροφής (για όχημα)
  2. 02 είμαι προσαρμοστικός, ανταποκρίνομαι γρήγορα σε μεταβαλλόμενες συνθήκες