359 αποτελέσματα για «平»
平家の流れ へいけのながれ
ουσιαστικό
- 01 η γενιά των Χεϊκέ
平復 へいふく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάρρωση, αποκατάσταση της υγείας
平易明快 へいいめいかい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 απλός και σαφής, κατανοητός και ξεκάθαρος
平絹 ひらぎぬ
ουσιαστικό
- 01 απλό μετάξι
平面図形 へいめんずけい
ουσιαστικό
- 01 επίπεδο σχήμα
平版 へいはん
ουσιαστικό
- 01 επιπεδογραφία, εκτύπωση επιπεδογραφίας
平面波 へいめんは
ουσιαστικό
- 01 επίπεδο κύμα
平袖 ひらそで
ουσιαστικό
- 01 φαρδύ μανίκι
平坪 ひらつぼ
ουσιαστικό
- 01 τσούμπο, παραδοσιακή μονάδα μέτρησης εμβαδού γης, περίπου 3,31 τετραγωνικά μέτρα
平均棍 へいきんこん
ουσιαστικό
- 01 αλτήρας (μικρό όργανο ισορροπίας στις δίπτερες μύγες)
平脈 へいみゃく
ουσιαστικό
- 01 φυσιολογικός σφυγμός
平生は へいぜいは
ουσιαστικό
- 01 τις καθημερινές μέρες
平均太陽時 へいきんたいようじ
ουσιαστικό
- 01 μέσος ηλιακός χρόνος
平文 ひょうもん
ουσιαστικό
- 01 τύπος λακαριστού σκεύους (υομίν)
平面交差 へいめんこうさ
ουσιαστικό
- 01 ισόπεδη διάβαση
平行世界 へいこうせかい
ουσιαστικό
- 01 παράλληλος κόσμος, παράλληλο σύμπαν
平文 ひらぶん
ουσιαστικό
- 01 απλό κείμενο, μη κρυπτογραφημένο κείμενο
平実レモン ヒラミレモン
ουσιαστικό
- 01 χιράμι λεμόνι (Citrus depressa)
平鱸 ひらすずき
ουσιαστικό
- 01 ασπρόπλακα (lateolabrax latus)
平判 ひらばん
ουσιαστικό
- 01 επίπεδο χαρτί
- 02 επίπεδο φύλλο