272 αποτελέσματα για «年»
年の豆 としのまめ
ουσιαστικό
- 01 φασόλια της τελετής σκορπίσματος φασολιών
年益 ねんえき
ουσιαστικό
- 01 ετήσιο κέρδος
年割り ねんわり
ουσιαστικό
- 01 ετήσιο επιτόκιο, ετήσιο ποσοστό
年寄り子 としよりご
ουσιαστικό
- 01 παιδί που γεννήθηκε από ηλικιωμένους γονείς
- 02 παιδί που ανατρέφεται από παππούδες, παιδί κακομαθημένο από στοργικούς παππούδες
年期者 ねんきもの
ουσιαστικό
- 01 μαθητευόμενος
年強い としづよい
ουσιαστικό
- 01 παιδί που γεννήθηκε κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους
年功制度 ねんこうせいど
ουσιαστικό
- 01 σύστημα αρχαιότητας
年祭り としまつり
ουσιαστικό
- 01 ετήσιο φεστιβάλ
年租 ねんそ
ουσιαστικό
- 01 ετήσιος φόρος
年中失言 ねんじゅうしつげん
ουσιαστικό
- 01 συνηθίζω να λέω πράγματα που δεν πρέπει
年甫 ねんぽ
ουσιαστικό
- 01 αρχή του έτους
年取った としとった
άλλο
- 01 ηλικιωμένος, γέρος
年強 としづよ
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 μεγαλύτερος σε ηλικία, ανώτερος, το πρώτο εξάμηνο του έτους
年齢給 ねんれいきゅう
ουσιαστικό
- 01 μισθός βάσει ηλικίας
年長ける としたける
ρήμα
- 01 γερνάω
年寄衆 としよりしゅう
ουσιαστικό
- 01 ηλικιωμένος αρχηγός χωριού ή πόλης κατά την περίοδο Έντο
年寄名跡 としよりみょうせき
ουσιαστικό
- 01 επίσημα ονόματα που σχετίζονται με άδειες προπονητή (105 μόνιμα και κληρονομήσιμα, συν εκείνα που εκδίδονται σε επιλεγμένους γιοκοζούνα για μία μόνο γενιά)
年央 ねんおう
ουσιαστικό
- 01 μέσο του έτους
年初来高値 ねんしょらいたかね
ουσιαστικό
- 01 υψηλό έτους (μετοχές)
年輪気候学 ねんりんきこうがく
ουσιαστικό
- 01 δενδροκλιματολογία, κλιματολογία των δακτυλίων των δέντρων