281 αποτελέσματα για «引»

引き綿 ひきわた

ουσιαστικό

  1. 01 μεταξωτό νήμα (από κουκούλια)
引越しそば ひっこしそば

ουσιαστικό

  1. 01 σόμπα που προσφέρεται στους νέους γείτονες μετά τη μετακόμιση
引き換えて ひきかえて

άλλο

  1. 01 αντίθετα
引き値 ひきね

ουσιαστικό

  1. 01 μειωμένη τιμή
引き剥し強度 ひきはがしきょうど

ουσιαστικό

  1. 01 αντοχή αποκόλλησης (αγωγού από το υπόστρωμα)
引っ張り剪断強度 ひっぱりせんだんきょうど

ουσιαστικό

  1. 01 αντοχή σε αποκόλληση (π.χ. αγωγού από το υπόστρωμα)
引火温度 いんかおんど

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο ανάφλεξης
引用終わり いんようおわり

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος παράθεσης
引航 いんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ρυμούλκηση
引退興行 いんたいこうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποχαιρετιστήρια παράσταση
引き菓子 ひきがし

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητικά γλυκά δώρα (που προσφέρονται σε τελετές ή εκδηλώσεις)
引かされる ひかされる

ρήμα

  1. 01 συγκινούμαι (από συναισθήματα), αγγίζομαι (συναισθηματικά), ελκύομαι
引きずられる ひきずられる

ρήμα

  1. 01 αφήνομαι να πειστώ, επηρεάζομαι, παρασύρομαι, δελεάζομαι, πλανιέμαι
引きストローク ひきストローク

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έλξη (κωπηλασία)
引赤薬 いんせきやく

ουσιαστικό

  1. 01 ερυθηματογόνο (ουσία που προκαλεί ερυθρότητα στο δέρμα)
引赤 いんせき

ουσιαστικό

  1. 01 ερύθημα (κοκκίνισμα του δέρματος)
引き抜き編み目 ひきぬきあみめ

ουσιαστικό

  1. 01 βουβή γαϊτανάκι (βελονάκι)
引受時刻 ひきうけじこく

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα παραλαβής (δέματος κ.λπ. από το ταχυδρομείο)
引き込みケーブル ひきこみケーブル

ουσιαστικό

  1. 01 καλώδιο παροχής
引込みケーブル ひきこみケーブル

ουσιαστικό

  1. 01 καλώδιο παροχής, καλώδιο σύνδεσης