244 αποτελέσματα για «強»

強豪校 きょうごうこう

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφαίο σχολείο (στον αθλητισμό, στις τέχνες κ.λπ.), σχολείο με ομάδα υψηλού ανταγωνισμού
強きをくじき弱きを助ける つよきをくじきよわきをたすける

άλλο, ρήμα

  1. 01 βοηθώ τους αδύναμους και καταβάλλω τους ισχυρούς
強制移送 きょうせいいそう

ουσιαστικό

  1. 01 απέλαση (για παράδειγμα πρόσφυγα)
  2. 02 αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμού, εκδίωξη (για παράδειγμα μιας συγκεκριμένης εθνότητας)
強強 つよつよ

άλλο, επίρρημα

  1. 01 δυνατός, ισχυρός, εξαιρετικός
  2. 02 υπερβολικά δυνατός, τέλεια γυμνασμένος
強誘電体 きょうゆうでんたい

ουσιαστικό

  1. 01 σιδηροηλεκτρική ουσία, σιδηροηλεκτρικό υλικό
強毒 きょうどく

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλή τοξικότητα, υψηλή μολυσματικότητα
強請 もがり

ουσιαστικό

  1. 01 εκβιασμός, απόσπαση χρημάτων, εξαναγκασμός
強化試合 きょうかじあい

ουσιαστικό

  1. 01 φιλικός αγώνας, αγώνας προετοιμασίας
強心薬 きょうしんやく

ουσιαστικό

  1. 01 καρδιοτονωτικό, καρδιακό διεγερτικό, διεγερτικό της καρδιάς, καρδιοτονωτικό φάρμακο
強いて言うなら しいていうなら

άλλο

  1. 01 αν έπρεπε να πω, αν πιεσθώ να απαντήσω, αν πρέπει να διαλέξω, αν έπρεπε να επιλέξω
強行犯 きょうこうはん

ουσιαστικό

  1. 01 βίαιο έγκλημα, αδίκημα βίας
  2. 02 βίαιος εγκληματίας, δράστης βίαιου εγκλήματος
強迫行動 きょうはくこうどう

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχαναγκαστική συμπεριφορά
強迫行為 きょうはくこうい

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχαναγκαστική πράξη
強迫的 きょうはくてき

επίθετο

  1. 01 καταναγκαστικός
強姦未遂 ごうかんみすい

ουσιαστικό

  1. 01 απόπειρα βιασμού
強姦殺人 ごうかんさつじん

ουσιαστικό

  1. 01 βιασμός και φόνος, ανθρωποκτονία που ακολουθεί βιασμό
強姦致傷 ごうかんちしょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιασμός με πρόκληση σωματικής βλάβης, βιασμός που συνεπάγεται σωματική βλάβη
強盗強姦罪 ごうとうごうかんざい

ουσιαστικό

  1. 01 ληστεία μετά βιασμού (αδίκημα)
強盗強姦 ごうとうごうかん

ουσιαστικό

  1. 01 ληστεία μετά βιασμού
強盗・不同意性交等罪 ごうとうふどういせいこうとうざい

ουσιαστικό

  1. 01 έγκλημα ληστείας και μη συναινετικής σεξουαλικής επαφής