239 αποτελέσματα για «政»

政党助成法 せいとうじょせいほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί κρατικής χρηματοδότησης πολιτικών κομμάτων
政権復帰 せいけんふっき

ουσιαστικό

  1. 01 επιστροφή στην εξουσία
政治用語 せいじようご

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτική ορολογία, πολιτικός όρος
政府・与党 せいふよとう

ουσιαστικό

  1. 01 κυβέρνηση και κυβερνώντα κόμματα
政治史 せいじし

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτική ιστορία
政治テロ せいじテロ

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτική τρομοκρατία
政治上 せいじじょう

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 πολιτικός
  2. 02 πολιτικά, από πολιτική άποψη
政治的意思 せいじてきいし

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτική βούληση
政策決定者 せいさくけっていしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υπεύθυνος λήψης αποφάσεων
政治資金団体 せいじしきんだんたい

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτικός οργανισμός συγκέντρωσης χρημάτων, οργάνωση που παρέχει οικονομική βοήθεια σε ένα πολιτικό κόμμα
政経学部 せいけいがくぶ

ουσιαστικό

  1. 01 σχολή πολιτικών και οικονομικών επιστημών
政財官 せいざいかん

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτικοί, επιχειρηματίες και γραφειοκράτες, οι κόσμοι της πολιτικής, των μεγάλων επιχειρήσεων και της γραφειοκρατίας
政治警察 せいじけいさつ

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτική αστυνομία
政治小説 せいじしょうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτικό μυθιστόρημα
政策問題研究所 せいさくもんだいけんきゅうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 Ινστιτούτο Πολιτικών Μελετών
政治思想学会 せいじしそうがっかい

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνική εταιρεία για τη μελέτη της πολιτικής σκέψης, JCSPT
政府観光庁 せいふかんこうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 τουριστικός οργανισμός (Ηνωμένο Βασίλειο)
政府間海事協議機関 せいふかんかいじきょうぎきかん

ουσιαστικό

  1. 01 Διακυβερνητικός Ναυτιλιακός Συμβουλευτικός Οργανισμός, IMCO
  1. 01 πολιτική
  2. 02 κυβέρνηση