418 αποτελέσματα για «有»
有向グラフ ゆうこうグラフ
ουσιαστικό
- 01 κατευθυνόμενος γράφος, κατευθυνόμενο γράφημα
有力説 ゆうりょくせつ
ουσιαστικό
- 01 επικρατούσα θεωρία, ευρέως αποδεκτή θεωρία
有要 ゆうよう
ουσιαστικό
- 01 ζήτημα ζωτικής, ύψιστης σημασίας
有毒物 ゆうどくぶつ
ουσιαστικό
- 01 δηλητήριο, τοξική ουσία
有機塩基 ゆうきえんき
ουσιαστικό
- 01 οργανική βάση
有毒動物 ゆうどくどうぶつ
ουσιαστικό
- 01 δηλητηριώδες ζώο
有限責任 ゆうげんせきにん
ουσιαστικό
- 01 περιορισμένη ευθύνη
有力馬 ゆうりょくば
ουσιαστικό
- 01 ελπιδοφόρος (υποσχόμενος ή ισχυρός) υποψήφιος
有為の材 ゆういのざい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ικανό άτομο, άνθρωπος με ταλέντο
有償ボランティア ゆうしょうボランティア
ουσιαστικό
- 01 εθελοντής που λαμβάνει αμοιβή (μετρητά, αγαθά, κλπ.)
有権解釈 ゆうけんかいしゃく
ουσιαστικό
- 01 αυθεντική ερμηνεία (νόμου), δεσμευτική ερμηνεία
有機質肥料 ゆうきしつひりょう
ουσιαστικό
- 01 οργανικό λίπασμα
有尾目 ゆうびもく
ουσιαστικό
- 01 ουροδηλη, ουροδηλη, τάξη που περιλαμβάνει τις σαλαμάνδρες
有明行灯 ありあけあんどん
ουσιαστικό
- 01 φορητό χάρτινο φανάρι για το περπάτημα τη νύχτα
有限生成 ゆうげんせいせい
άλλο
- 01 πεπερασμένα παραγόμενος, πεπερασμένου τύπου
有りける ありける
άλλο
- 01 προαναφερθείς, ο οποίος ήταν
有機塩素系 ゆうきえんそけい
ουσιαστικό, άλλο
- 01 οργανοχλωριωμένος
有権 ゆうけん
ουσιαστικό
- 01 κατοχή δικαιώματος (π.χ. ψήφου, πνευματικής ιδιοκτησίας), επιλεξιμότητα
- 02 κατοχή επιρροής, κατοχή (πολιτικής) ισχύος
有体物 ゆうたいぶつ
ουσιαστικό
- 01 υλικό αντικείμενο, ενσώματο πράγμα, υλική υπόσταση
有鉤条虫 ゆうこうじょうちゅう
ουσιαστικό
- 01 χοιρινή ταινία (Taenia solium)