395 αποτελέσματα για «特»

特称 とくしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ειδική ονομασία, ειδικός προσδιορισμός
  2. 02 μερικός
特殊飲食店 とくしゅいんしょくてん

ουσιαστικό

  1. 01 οίκος ανοχής
特化型AI とっかがたエーアイ

ουσιαστικό

  1. 01 εξειδικευμένη τεχνητή νοημοσύνη
特殊文字 とくしゅもじ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός χαρακτήρας
特撮監督 とくさつかんとく

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής ειδικών εφέ
特技兵 とくぎへい

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός οπλίτης (βαθμός οπλίτη του στρατού των ΗΠΑ)
特別総会 とくべつそうかい

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτη γενική συνέλευση
特牛 こというし

ουσιαστικό

  1. 01 δυνατός ταύρος
特定目的会社 とくていもくてきがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία ειδικού σκοπού
特異質 とくいしつ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιοσυγκρασία, αλλεργία
特落ち とくおち

ουσιαστικό

  1. 01 η απώλεια μιας αποκλειστικής είδησης την οποία κάλυψαν άλλες εφημερίδες
特定危険指定暴力団 とくていきけんしていぼうりょくだん

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιαίτερα επικίνδυνη χαρακτηρισμένη εγκληματική οργάνωση, ιδιαίτερα επικίνδυνη χαρακτηρισμένη μποριοκουντάν
特殊部落 とくしゅぶらく

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή των μπουρακούμιν (υποτιμητικός όρος για τις κοινότητες των απόκληρων στην Ιαπωνία)
特立 とくりつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξέχουσα θέση, ανεξαρτησία
特損 とくそん

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτη ζημία
特定行為 とくていこうい

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικές διαδικασίες, συγκεκριμένες πράξεις
特殊浴場 とくしゅよくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 λουτρό που παρέχει ειδικές υπηρεσίες (συνήθ. σεξουαλικές), οίκος μασάζ, soapland
特徴量 とくちょうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή χαρακτηριστικού, αριθμητική αναπαράσταση ενός χαρακτηριστικού (εικόνας, ήχου κ.λπ.)
特選品 とくせんひん

ουσιαστικό

  1. 01 εκλεκτά προϊόντα, επιλεγμένα είδη
特技監督 とくぎかんとく

ουσιαστικό

  1. 01 σκηνοθέτης ειδικών εφέ