262 αποτελέσματα για «現»
現属性 げんぞくせい
ουσιαστικό
- 01 τρέχουσα ιδιότητα
現対応表 げんたいおうひょう
ουσιαστικό
- 01 τρέχων πίνακας αντιστοίχισης
現付番 げんふばん
ουσιαστικό
- 01 τρέχουσα κατάταξη
現要素 げんようそ
ουσιαστικό
- 01 τρέχον στοιχείο
現連結集合 げんれんけつしゅうごう
ουσιαστικό
- 01 τρέχον σύνολο συνδέσμων
現金通貨 げんきんつうか
ουσιαστικό
- 01 μετρητά σε κυκλοφορία, φυσικό νόμισμα
現金自動預入支払機 げんきんじどうあずけいれしはらいき
ουσιαστικό
- 01 αυτόματο μηχάνημα ανάληψης και κατάθεσης χρημάτων, ΑΤΜ
現生 げんしょう
ουσιαστικό
- 01 αυτός ο κόσμος, αυτή η ζωή
現号 げんごう
ουσιαστικό
- 01 τρέχον μοντέλο
現物市場 げんぶつしじょう
ουσιαστικό
- 01 αγορά τοις μετρητοίς
現地紙 げんちし
ουσιαστικό
- 01 τοπική εφημερίδα
現行犯人 げんこうはんにん
ουσιαστικό
- 01 αυτόφωρος εγκληματίας
現状渡し げんじょうわたし
ουσιαστικό
- 01 παράδοση αντικειμένου στην παρούσα κατάστασή του, πώληση ως έχει (ειδικά για μεταχειρισμένα αγαθά)
現業庁 げんぎょうちょう
ουσιαστικό
- 01 κρατική υπηρεσία που παρέχει δημόσιες υπηρεσίες, κρατικός φορέας που εμπλέκεται σε δημόσιες επιχειρήσεις
現業官庁 げんぎょうかんちょう
ουσιαστικό
- 01 κυβερνητική υπηρεσία που παρέχει δημόσιες υπηρεσίες, κυβερνητικός οργανισμός που εμπλέκεται σε δημόσιες επιχειρήσεις
現る あらわる
ρήμα
- 01 εμφανίζομαι, φαίνομαι, γίνομαι ορατός, προβάλλω, ενσαρκώνομαι, υλοποιούμαι
- 02 εκφράζομαι (π.χ. συναισθήματα), γίνομαι φανερός (π.χ. τάσεις, αποτελέσματα)
現況有姿 げんきょうゆうし
ουσιαστικό
- 01 όπως είναι, στην παρούσα κατάσταση, στην υπάρχουσα κατάσταση
現代華 げんだいか
ουσιαστικό
- 01 γκεντάικα, σύγχρονη, μη παραδοσιακή σχολή της ικεμπάνα
現人 うつしおみ
ουσιαστικό
- 01 παρούσα ενσάρκωση, παρούσα ύπαρξη, θνητό σώμα
- 02 λαϊκός, μη χειροτονημένο πρόσωπο
現名称 げんめいしょう
ουσιαστικό
- 01 τρέχον όνομα, παρούσα ονομασία