318 αποτελέσματα για «発»
発生順 はっせいじゅん
ουσιαστικό
- 01 χρονολογικός
発話障害 はつわしょうがい
ουσιαστικό
- 01 διαταραχή λόγου, λαλοπάθεια
発光塗料 はっこうとりょう
ουσιαστικό
- 01 φωσφορίζουσα μπογιά, αυτοφωτιζόμενη μπογιά
発見料 はっけんりょう
ουσιαστικό
- 01 αμοιβή ανεύρεσης
発御 はつぎょ
ουσιαστικό
- 01 αναχώρηση (του αυτοκράτορα κ.λπ.)
発酵菌 はっこうきん
ουσιαστικό
- 01 ζυμογόνος μικροοργανισμός, ζυμωτικό βακτήριο, ζυμοκύτταρο, μικρόβιο ζύμωσης
発行機関 はっこうきかん
ουσιαστικό
- 01 εκδίδουσα αρχή
発音器官 はつおんきかん
ουσιαστικό
- 01 όργανο παραγωγής ήχου (δηλαδή όργανα ομιλίας των θηλαστικών, φτερά των εντόμων)
発光細菌 はっこうさいきん
ουσιαστικό
- 01 φωτοβόλα βακτήρια
発情周期 はつじょうしゅうき
ουσιαστικό
- 01 οιστρικός κύκλος
発信頻度 はっしんひんど
ουσιαστικό
- 01 συχνότητα εκπομπής
発熱体 はつねつたい
ουσιαστικό
- 01 θερμαντικό στοιχείο, στοιχείο παραγωγής θερμότητας
発売所 はつばいしょ
ουσιαστικό
- 01 σημείο πώλησης
発行会社 はっこうがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 εκδότρια εταιρεία (για παράδειγμα μιας πιστωτικής κάρτας)
発光動物 はっこうどうぶつ
ουσιαστικό
- 01 φωσφορίζον ζώο
発がん はつがん
ουσιαστικό
- 01 καρκινογένεση, ογκογένεση
発行スケジュール はっこうスケジュール
ουσιαστικό
- 01 πρόγραμμα έκδοσης
発行市場 はっこうしじょう
ουσιαστικό
- 01 πρωτογενής αγορά
発案権 はつあんけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα εισαγωγής νομοσχεδίου
発電子 はつでんし
ουσιαστικό
- 01 οπλισμός