459 αποτελέσματα για «神»

神社神道 じんじゃしんとう

ουσιαστικό

  1. 01 τζίντζα σίντο, μορφή του σιντοϊσμού που επικεντρώνεται στη λατρεία σε ιερά, σε αντίθεση με τις λαϊκές και αιρετικές πρακτικές
神色 しんしょく

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχική διάθεση και αυτοκυριαρχία
神話学 しんわがく

ουσιαστικό

  1. 01 μυθολογία
神権政治 しんけんせいじ

ουσιαστικό

  1. 01 θεοκρατία
神経活動 しんけいかつどう

ουσιαστικό

  1. 01 νευρική δραστηριότητα, δραστηριότητα ενός νεύρου
神経衝撃 しんけいしょうげき

ουσιαστικό

  1. 01 νευρική ώση
神幸 しんこう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορά ενός σιντάι μέσα σε φορητό ιερό, για παράδειγμα σε άλλο ναό ή σε μια τελετή
神獣鏡 しんじゅうきょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχαίο κάτοπτρο διακοσμημένο με θεότητες και ζώα
神経剤 しんけいざい

ουσιαστικό

  1. 01 νευροπαραλυτικός παράγοντας, νευροπαραλυτικό αέριο
  2. 02 νευροτονωτικό
神経炎 しんけいえん

ουσιαστικό

  1. 01 νευρίτιδα
神官文字 しんかんもじ

ουσιαστικό

  1. 01 ιερατική γραφή (αρχαία αιγυπτιακή γραφή)
神統記 しんとうき

ουσιαστικό

  1. 01 θεογονία
神戸ビーフ こうべビーフ

ουσιαστικό

  1. 01 βοδινό κρέας Κόμπε
神祇伯 じんぎはく

ουσιαστικό

  1. 01 τζινγκί-χακού (επικεφαλής του τμήματος λατρείας)
神戸山口組 こうべやまぐちぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 Κόμπε Γιαμαγκούτσι-γκούμι (συνδικάτο γιακούζα)
神政 しんせい

ουσιαστικό

  1. 01 θεοκρατία
神社本庁 じんじゃほんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 Τζίντζα Χόντσο (Ένωση Σιντοϊστικών Ναών)
神経変性疾患 しんけいへんせいしっかん

ουσιαστικό

  1. 01 νευροεκφυλιστική νόσος, νευροεκφυλιστική διαταραχή
神奈川県庁 かながわけんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 Κυβερνείο του νομού Καναγκάουα
神灯 しんとう

ουσιαστικό

  1. 01 ιερό φως