323 αποτελέσματα για «経»

経済スパイ けいざいスパイ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οικονομική κατασκοπεία
経済競争力 けいざいきょうそうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομική ανταγωνιστικότητα
経伝 けいでん

ουσιαστικό

  1. 01 ιερά κείμενα
経済単位 けいざいたんい

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομική μονάδα (οντότητα που εμπλέκεται σε οικονομική δραστηριότητα, π.χ. νοικοκυριά, επιχειρήσεις, έθνη)
  2. 02 οικονομική μονάδα (μέτρηση οικονομικής δραστηριότητας)
経緯儀 けいいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 θεοδόλιχος
経営参加 けいえいさんか

ουσιαστικό

  1. 01 συμμετοχή εργαζομένων στη διοίκηση (εργασία)
経企庁 けいきちょう

ουσιαστικό

  1. 01 Οικονομικός Σχεδιαστικός Οργανισμός (1955-2001)
経営転換 けいえいてんかん

ουσιαστικό

  1. 01 αναδιοργάνωση διοίκησης, αναδιάρθρωση επιχείρησης
経営グループ けいえいグループ

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα διοίκησης
経国済民 けいこくさいみん

ουσιαστικό

  1. 01 διακυβέρνηση ενός έθνους και ανακούφιση του λαού
経営倫理 けいえいりんり

ουσιαστικό

  1. 01 επιχειρηματική ηθική
経水 けいすい

ουσιαστικό

  1. 01 έμμηνος ρύση
経路制御 けいろせいぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος δρομολόγησης
経題 きょうだい

ουσιαστικό

  1. 01 τίτλος σούτρα, ονομασία ιερού κειμένου
  2. 02 τίτλος σε μακιμόνο
経験的概念 けいけんてきがいねん

ουσιαστικό

  1. 01 εμπειρικές έννοιες
経験を問わず けいけんをとわず

άλλο

  1. 01 χωρίς απαιτούμενη εμπειρία
経緯度原点 けいいどげんてん

ουσιαστικό

  1. 01 γεωδαιτικό σημείο αναφοράς, αρχή συντεταγμένων γεωγραφικού μήκους και πλάτους, γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς
経て へて

άλλο

  1. 01 μέσω, διαμέσου, μετά από, από
経済性向上 けいざいせいこうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πιο οικονομικός
経済社会理事会 けいざいしゃかいりじかい

ουσιαστικό

  1. 01 Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο του ΟΗΕ