254 αποτελέσματα για «総»

総合V そうごうブイ

ουσιαστικό

  1. 01 συνολική νίκη
総合型地域スポーツクラブ そうごうがたちいきスポーツクラブ

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικός αθλητικός σύλλογος της κοινότητας
総支給額 そうしきゅうがく

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικές αποδοχές, συνολικό καταβαλλόμενο ποσό
総合工事業者 そうごうこうじぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 γενικός εργολάβος, κύριος εργολάβος
総工費 そうこうひ

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικό κόστος κατασκευής
総合運動場 そうごううんどうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αθλητικό κέντρο
総国 ふさのくに

ουσιαστικό

  1. 01 Φούσα (πρώην επαρχία που βρισκόταν στους σημερινούς νομούς Τσίμπα και Ιμπαράκι)
総体的 そうたいてき

επίθετο

  1. 01 συνολικός, γενικός
総攻め そうぜめ

ουσιαστικό

  1. 01 γενική επίθεση
  2. 02 καθολική επίθεση
総額表示 そうがくひょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 συνολική αναγραφή τιμής, προβολή τιμής που συμπεριλαμβάνει τον φόρο, τιμολόγηση με συμπεριλαμβανόμενο φόρο
総輪駆動車 そうりんくどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 όχημα με κίνηση σε όλους τους τροχούς, τετρακίνητο όχημα
総面積 そうめんせき

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικό εμβαδόν, μικτό εμβαδόν
総蛋白 そうたんぱく

ουσιαστικό

  1. 01 ολική πρωτεΐνη
総代会 そうだいかい

ουσιαστικό

  1. 01 γενική συνέλευση αντιπροσώπων (σε εταιρικά σωματεία)
総ぐるみ そうぐるみ

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρος (οικογένεια, εταιρεία, χωριό κ.λπ.), συνολικός, όλοι (πολίτες, υπάλληλοι κ.λπ.)
  2. 02 πλήρης κάλυψη (με ύφασμα, δέρμα κ.λπ.)
総合科学部 そうごうかがくぶ

ουσιαστικό

  1. 01 σχολή ολοκληρωμένων τεχνών και επιστημών
総質量 そうしつりょう

ουσιαστικό

  1. 01 συνολική μάζα
総苞片 そうほうへん

ουσιαστικό

  1. 01 βράκτιο φύλλο
総室 そうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινόχρηστος θάλαμος (σε νοσοκομείο)
総合案内所 そうごうあんないしょ

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρικό γραφείο πληροφοριών