242 αποτελέσματα για «身»

身体障害児 しんたいしょうがいじ

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί με κινητική αναπηρία, παιδί με σωματική αναπηρία
身体障害者福祉法 しんたいしょうがいしゃふくしほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος για την πρόνοια των ατόμων με σωματική αναπηρία
身体障害者補助犬法 しんたいしょうがいしゃほじょけんほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί σκύλων βοηθείας για άτομα με σωματική αναπηρία
身箱 みばこ

ουσιαστικό

  1. 01 το κάτω μέρος ενός κουτιού με καπάκι (δηλαδή το ίδιο το κουτί χωρίς το καπάκι)
身固め みがため

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξόρκι του Ονμιοντό για την ενδυνάμωση του σώματος
身柄確保 みがらかくほ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύλληψη υπόπτου για έγκλημα, καταδίωξη, κράτηση, χειροπέδηση
身体症状 しんたいしょうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σωματικό σύμπτωμα
身体的 しんたいてき

επίθετο

  1. 01 σωματικός, φυσικός
身内びいき みうちびいき

ουσιαστικό

  1. 01 ευνοιοκρατία, μεροληψία υπέρ των συγγενών
身元照会 みもとしょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος προσωπικών στοιχείων (για παράδειγμα για μια θέση εργασίας)
身を捧げる みをささげる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αφιερώνομαι, θυσιάζομαι, αφιερώνω τον εαυτό μου, δίνω τα πάντα
身辺小説 しんぺんしょうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 μυθιστόρημα που απεικονίζει την προσωπική ζωή του συγγραφέα, μυθιστόρημα του εγώ
身を固くする みをかたくする

άλλο, ρήμα

  1. 01 σφίγγομαι (από ένταση, φόβο, κ.λπ.), τεντώνομαι, γίνομαι άκαμπτος
身分犯 みぶんはん

ουσιαστικό

  1. 01 έγκλημα ιδιότητας, αδίκημα ιδιότητας, έγκλημα που απαιτεί ειδική ιδιότητα για να διαπραχθεί
身体醜形障害 しんたいしゅうけいしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 σωματική δυσμορφική διαταραχή, BDD
身体醜形症 しんたいしゅうけいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σωματική δυσμορφική διαταραχή, BDD
身内ネタ みうちネタ

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό αστείο, αστείο γνωστό μόνο σε μια κλειστή ομάδα
身の丈に合う みのたけにあう

άλλο, ρήμα

  1. 01 εφαρμόζω (π.χ. ρούχα), έχω το κατάλληλο μέγεθος
  2. 02 είμαι ανάλογος (για τη θέση κάποιου), είμαι εντός των δυνατοτήτων κάποιου, είμαι κατάλληλος (για τις ικανότητες κάποιου)
身拭い みのごい

ουσιαστικό

  1. 01 πετσετέ ρόμπα μπάνιου (που φοριέται κατά τη διάρκεια ή μετά το μπάνιο)
  2. 02 ύφασμα για το σκούπισμα του σώματος, πετσέτα χεριών
  3. 03 τελετουργικό σκούπισμα του σώματος ή του αγάλματος μιας θεότητας
身を慎む みをつつしむ

ρήμα

  1. 01 συμπεριφέρομαι κόσμια, είμαι συνετός, ασκώ αυτοσυγκράτηση, απέχω (από επιπολαιότητες, οινοποσία, κ.λπ.)