224 αποτελέσματα για «過»

過適合 かてきごう

ουσιαστικό

  1. 01 υπερπροσαρμογή (στη μηχανική μάθηση)
過酸化水素水 かさんかすいそすい

ουσιαστικό

  1. 01 διάλυμα υπεροξειδίου του υδρογόνου
過酸価 かさんか

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή υπεροξειδίου (για παράδειγμα σε εξέταση λιπιδίων)
  1. 01 το παρακάνω, υπερβάλλω
  2. 02 ξεπερνώ, υπερβαίνω
  3. 03 ξεπερνώ, υπερβαίνω
  4. 04 λάθος, σφάλμα