310 αποτελέσματα για «重»

重噸 じゅうとん

ουσιαστικό

  1. 01 βρετανικός τόνος, μακρύς τόνος
重殺 じゅうさつ

ουσιαστικό

  1. 01 διπλό παιχνίδι (στο μπέιζμπολ)
重し石 おもしいし

ουσιαστικό

  1. 01 πέτρες που τοποθετούνται ως βάρος πάνω στα καπάκια των κάδων για τουρσιά
重ねて かさねて

επίρρημα

  1. 01 ξανά, επανειλημμένα
重愛 じゅうあい

ουσιαστικό

  1. 01 τρυφερότητα, στοργή
重液 じゅうえき

ουσιαστικό

  1. 01 βαριά υγρά
重軌条 じゅうきじょう

ουσιαστικό

  1. 01 βαρύς σιδηρόδρομος
重婚者 じゅうこんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 διγαμίας
重酸素 じゅうさんそ

ουσιαστικό

  1. 01 βαρύ οξυγόνο
重手代 おもてだい

ουσιαστικό

  1. 01 προϊστάμενος οικονόμος (ενός κτήματος)
重複保険 ちょうふくほけん

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή ασφάλιση
重量感覚 じゅうりょうかんかく

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση βάρους
重量選手 じゅうりょうせんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 αθλητής βαρέων βαρών
重量噸 じゅうりょうとん

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορική ικανότητα πλοίου (dead-weight tonnage)
重量噸数 じゅうりょうとんすう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορική ικανότητα (σε τόνους)
重電機 じゅうでんき

ουσιαστικό

  1. 01 βαρέος τύπου ηλεκτρολογικός εξοπλισμός
重合体 じゅうごうたい

ουσιαστικό

  1. 01 πολυμερές
重液分離 じゅうえきぶんり

ουσιαστικό

  1. 01 διαχωρισμός με βαρύ μέσο (υγρό)
重灰 じゅうかい

ουσιαστικό

  1. 01 πυκνή τέφρα
重盗 じゅうとう

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή κλοπή βάσης (στο μπέιζμπολ)