347 αποτελέσματα για «長»

長老教会 ちょうろうきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Πρεσβυτεριανή Εκκλησία
長三度 ちょうさんど

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη τρίτη (μουσικό διάστημα)
長き ながき

ουσιαστικό

  1. 01 μακρύς απόσταση, μεγάλο χρονικό διάστημα
長ナス ながナス

ουσιαστικό

  1. 01 μακρουλή, λεπτή μελιτζάνα
長野大学 ながのだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Ναγκάνο
長球 ちょうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 επιμήκες σφαιροειδές
長之助草 ちょうのすけそう

ουσιαστικό

  1. 01 τσονόσουκε-σο (Dryas octopetala), οκταπέταλο δρυάδα του βουνού, λευκή δρυάδα
長くつ下のピッピ ながくつしたのピッピ

ουσιαστικό

  1. 01 Πίπη Φακιδομύτη (παιδικό βιβλίο του 1945 από την Άστριντ Λίντγκρεν)
長骨 ちょうこつ

ουσιαστικό

  1. 01 μακρύ οστό
長岡技術科学大学 ながおかぎじゅつかがくだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο του Ναγκαόκα
長崎絵 ながさきえ

ουσιαστικό

  1. 01 ναγκασάκι-ε, ξυλογραφία που δημιουργήθηκε στο Ναγκασάκι κατά την περίοδο Έντο
長長しい ながながしい

επίθετο

  1. 01 μακρόσυρτος, βαρετός
長ネギ ながねぎ

ουσιαστικό

  1. 01 φρέσκο κρεμμύδι
長いものには巻かれろ ながいものにはまかれろ

άλλο

  1. 01 αν δεν μπορείς να τους νικήσεις, σύμπραξε μαζί τους, είναι προτιμότερο να συμμαχήσεις με ισχυρότερους αντιπάλους παρά να συγκρουστείς μαζί τους
長亀 オサガメ

ουσιαστικό

  1. 01 δερματοχελώνα (Dermochelys coriacea)
長崎揚羽 ながさきあげは

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλος μορμόνος (είδος πεταλούδας της οικογένειας παπιλιονίδες, Papilio memnon)
長さ ながさ

ουσιαστικό

  1. 01 μήκος
長期借款 ちょうきしゃっかん

ουσιαστικό

  1. 01 μακροπρόθεσμη πίστωση, μακροπρόθεσμο δάνειο
長期貸付金 ちょうきかしつけきん

ουσιαστικό

  1. 01 μακροπρόθεσμα δάνεια
長粒米 ちょうりゅうまい

ουσιαστικό

  1. 01 μακρύκοκκο ρύζι