260 αποτελέσματα για «事»

事後審 じごしん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστικός έλεγχος από ανώτερο δικαστήριο χωρίς την εισαγωγή νέων αποδεικτικών στοιχείων
事前確率分布 じぜんかくりつぶんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 εκ των προτέρων κατανομή πιθανότητας
事前分布 じぜんぶんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 εκ των προτέρων κατανομή πιθανότητας, εκ των προτέρων κατανομή, εκ των προτέρων
事例証拠 じれいしょうこ

ουσιαστικό

  1. 01 ανεκδοτολογική μαρτυρία
事故多発地点 じこたはつちてん

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή συχνών ατυχημάτων, μαύρο σημείο οδικού δικτύου
事故時 じこじ

ουσιαστικό

  1. 01 κατά τη στιγμή του ατυχήματος, σε περίπτωση ατυχήματος
事と次第によっては こととしだいによっては

άλλο

  1. 01 ανάλογα με τις περιστάσεις, αναλόγως πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, αν το απαιτήσει η περίσταση
事実確認 じじつかくにん

ουσιαστικό

  1. 01 επαλήθευση γεγονότων
事件本人 じけんほんにん

ουσιαστικό

  1. 01 διάδικος της υπόθεσης, εμπλεκόμενα μέρη
事情書 じじょうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 έκθεση περιστατικού (π.χ. μετά από συμβάν ασφαλείας), αναφορά για την κατάσταση των τρεχόντων ζητημάτων
事業性 じぎょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική βιωσιμότητα, επιχειρηματική σκοπιμότητα, επιχειρηματικές προοπτικές
  2. 02 επιχειρηματικός, εμπορικός
事前防災 じぜんぼうさい

ουσιαστικό

  1. 01 προληπτικά μέτρα για τη μείωση της ζημιάς από μια καταστροφή, προληπτική προετοιμασία για την αντιμετώπιση καταστροφών
事前支払い じぜんしはらい

ουσιαστικό

  1. 01 προπληρωμή, πληρωμή προκαταβολικά
事務担当者 じむたんとうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υπεύθυνος διοίκησης, αρμόδιος υπάλληλος, διοικητικός υπεύθυνος επικοινωνίας
事実認定 じじつにんてい

ουσιαστικό

  1. 01 διαπίστωση πραγματικών περιστατικών, προσδιορισμός των γεγονότων
事後処理 じごしょり

ουσιαστικό

  1. 01 διαχείριση των συνεπειών, τακτοποίηση (μετά από ένα περιστατικό)
事前払い じぜんばらい

ουσιαστικό

  1. 01 προπληρωμή, πληρωμή εκ των προτέρων
事業構想大学院大学 じぎょうこうそうだいがくいんだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Μεταπτυχιακή Σχολή Σχεδιασμού Έργων
事業創造大学院大学 じぎょうそうぞうだいがくいんだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Μεταπτυχιακό ινστιτούτο επιχειρηματικών σπουδών
  1. 01 θέμα, ζήτημα
  2. 02 πράγμα
  3. 03 γεγονός
  4. 04 υπόθεση, δουλειά
  5. 05 λόγος, αιτία
  6. 06 πιθανώς