838 αποτελέσματα για «人»
人形を使う にんぎょうをつかう
άλλο, ρήμα
- 01 χειρίζομαι μαριονέτες, κινού τα νήματα
人を呪わば穴二つ ひとをのろわばあなふたつ
άλλο
- 01 όποιος σκάβει τον λάκκο του άλλου πέφτει ο ίδιος μέσα, αν καταριέσαι κάποιον να σκάψεις δύο τάφους
人工授精 じんこうじゅせい
ουσιαστικό
- 01 τεχνητή γονιμοποίηση, ενδομήτρια σπερματέγχυση, IUI
人頭税 じんとうぜい
ουσιαστικό
- 01 κεφαλικός φόρος
人工心肺 じんこうしんぱい
ουσιαστικό
- 01 εξωσωματική κυκλοφορία, καρδιοπνευμονικό μηχάνημα, αντλία εξωσωματικής κυκλοφορίας
人気商売 にんきしょうばい
ουσιαστικό
- 01 επάγγελμα που εξαρτάται από τη δημόσια εύνοια
人材派遣 じんざいはけん
ουσιαστικό
- 01 προσωρινή τοποθέτηση προσωπικού
人待ち顔 ひとまちがお
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 εκφράζω το πρόσωπο κάποιου που περιμένει κάποιον
人道支援 じんどうしえん
ουσιαστικό
- 01 ανθρωπιστική βοήθεια
人間学 にんげんがく
ουσιαστικό
- 01 φιλοσοφική ανθρωπολογία, ανθρωπογνωσία
人当たりがいい ひとあたりがいい
άλλο, επίθετο
- 01 προσηνής, κοινωνικός, φιλικός
人気絶頂 にんきぜっちょう
ουσιαστικό
- 01 κορύφωση της δημοτικότητας κάποιου, απόγειο της δημοτικότητας κάποιου
人員整理 じんいんせいり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περικοπή προσωπικού, μείωση εργατικού δυναμικού
人類共通 じんるいきょうつう
ουσιαστικό
- 01 κοινή ανθρωπιά, κοινή ανθρώπινη φύση, κοινό σε όλη την ανθρωπότητα
人を人とも思わない ひとをひとともおもわない
άλλο
- 01 που περιφρονεί τους πάντες, που δεν νοιάζεται καθόλου για τα συναισθήματα των άλλων
人形芝居 にんぎょうしばい
ουσιαστικό
- 01 παράσταση με μαριονέτες
人世 じんせい
ουσιαστικό
- 01 αυτός ο κόσμος, ζωή
人脈作り じんみゃくづくり
ουσιαστικό
- 01 δικτύωση, δημιουργία επαφών
人獣 じんじゅう
ουσιαστικό
- 01 άνθρωποι και ζώα, άνθρωποι και κτήνη
- 02 θηρίο με ανθρώπινη μορφή
人慣れ ひとなれ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξοικειωμένος με τους ανθρώπους (π.χ. για ένα μικρό παιδί), κοινωνικός
- 02 εξοικειωμένος με τους ανθρώπους (ειδικά για ζώα), ήμερος