433 αποτελέσματα για «全»
全額出資 ぜんがくしゅっし
ουσιαστικό
- 01 εξ ολοκλήρου ιδιόκτητος (π.χ. θυγατρική), πλήρως ιδιόκτητος
全般性不安障害 ぜんぱんせいふあんしょうがい
ουσιαστικό
- 01 γενικευμένη αγχώδης διαταραχή, γενικευμένη αγχώδης διαταραχή (GAD)
全艦撤退 ぜんかんてったい
άλλο
- 01 ολοκληρωτική υποχώρηση πλοίων (στρατιωτική διαταγή), πλήρης απόσυρση των πλοίων
全画面表示 ぜんがめんひょうじ
ουσιαστικό
- 01 προβολή σε πλήρη οθόνη, απεικόνιση σε πλήρη οθόνη
全候補 ぜんこうほ
ουσιαστικό
- 01 όλοι οι υποψήφιοι
全日本剣道連盟 ぜんにほんけんどうれんめい
ουσιαστικό
- 01 Πανιαπωνική Ομοσπονδία Κέντο
全学共闘会議 ぜんがくきょうとうかいぎ
ουσιαστικό
- 01 Ζενγκακού Κιοτό Καϊγκί, οργάνωση φοιτητών που έδρασε σε πανεπιστήμια σε όλη την Ιαπωνία μεταξύ 1968 και 1969
全乳 ぜんにゅう
ουσιαστικό
- 01 πλήρες γάλα
全段階 ぜんだんかい
ουσιαστικό
- 01 όλα τα στάδια, κάθε επίπεδο, ολόκληρη η ακολουθία
全米ライフル協会 ぜんべいライフルきょうかい
ουσιαστικό
- 01 Εθνική Ένωση Τυφεκιοφόρων της Αμερικής, NRA
全波 ぜんぱ
ουσιαστικό
- 01 δεκτής όλων των κυμάτων
- 02 πλήρες κύμα
全躯 ぜんく
ουσιαστικό
- 01 ολόκληρο το σώμα
全米科学財団 ぜんべいかがくざいだん
ουσιαστικό
- 01 Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών (ΗΠΑ), NSF
全性愛 ぜんせいあい
ουσιαστικό
- 01 πανσεξουαλικότητα
全国農業協同組合連合会 ぜんこくのうぎょうきょうどうくみあいれんごうかい
ουσιαστικό
- 01 Πανιαπωνική ομοσπονδία αγροτικών συνεταιριστικών ενώσεων
全米体育協会 ぜんべいたいいくきょうかい
ουσιαστικό
- 01 Ερασιτεχνική Αθλητική Ένωση, ΕΑΕ
全集合 ぜんしゅうごう
ουσιαστικό
- 01 καθολικό σύνολο
全羅南道 チョルラナムド
ουσιαστικό
- 01 Τζολανάντο (Νότια Κορέα), επαρχία Νότιας Τζόλα
全日本空輸 ぜんにっぽんくうゆ
ουσιαστικό
- 01 Ολική Ιαπωνική Αεροπορική Εταιρεία
全国書誌 ぜんこくしょし
ουσιαστικό
- 01 εθνική βιβλιογραφία