517 αποτελέσματα για «内»
内閣官房参与 ないかくかんぼうさんよ
ουσιαστικό
- 01 ειδικός σύμβουλος του υπουργικού συμβουλίου
内閣書記官長 ないかくしょきかんちょう
ουσιαστικό
- 01 γενικός γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου (1879-1947)
内部統制 ないぶとうせい
ουσιαστικό
- 01 εσωτερικός έλεγχος, εσωτερική διακυβέρνηση
内道 ないどう
ουσιαστικό
- 01 βουδιστική διδασκαλία
- 02 βουδιστής
内閣法制局長官 ないかくほうせいきょくちょうかん
ουσιαστικό
- 01 γενικός διευθυντής του νομοθετικού γραφείου του υπουργικού συμβουλίου
内定式 ないていしき
ουσιαστικό
- 01 τελετή ανακοίνωσης προσλήψεων, εκδήλωση προσανατολισμού για υποψήφιους εργαζόμενους
内検 ないけん
ουσιαστικό
- 01 προκαταρκτικός έλεγχος
内的生活 ないてきせいかつ
ουσιαστικό
- 01 εσωτερική ζωή
内陸湖 ないりくこ
ουσιαστικό
- 01 ενδορροϊκή λεκάνη
内定先 ないていさき
ουσιαστικό
- 01 εργοδότης από τον οποίο έχει ληφθεί ανεπίσημη προσφορά εργασίας, μελλοντικός εργοδότης
内孫 ないそん
ουσιαστικό
- 01 παιδί του διαδόχου κάποιου
内発 ないはつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσωτερική εκτόνωση ενέργειας
内閣法制局 ないかくほうせいきょく
ουσιαστικό
- 01 Γραφείο Νομοθεσίας του Υπουργικού Συμβουλίου
内食 うちしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μαγείρεμα στο σπίτι, φαγητό στο σπίτι
内発的 ないはつてき
επίθετο
- 01 αυθόρμητος, εσωτερικός, εγγενής, οικειοθελής
内接 ないせつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εγγραφή, το να είναι κάτι εγγεγραμμένο
内障 ないしょう
ουσιαστικό
- 01 εσωτερικό εμπόδιο, εσωτερικό κώλυμα
- 02 οποιαδήποτε οπτική διαταραχή που προκαλείται από πρόβλημα εντός του οφθαλμού (π.χ. γλαύκωμα, αμαύρωση κ.ά.)
内閣法 ないかくほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί υπουργικού συμβουλίου
内容積 ないようせき
ουσιαστικό
- 01 εσωτερικός όγκος, χωρητικότητα
内モンゴル自治区 うちモンゴルじちく
ουσιαστικό
- 01 Αυτόνομη Περιοχή της Εσωτερικής Μογγολίας (Κίνα)