539 αποτελέσματα για «出»
出囃子 でばやし
ουσιαστικό
- 01 μουσική παράσταση πάνω στη σκηνή σε θεατρικό έργο καμπούκι
- 02 μουσική συνοδεία σαμισέν κατά την είσοδο του ερμηνευτή (ιδιαίτερα αφηγητή ρακούγκο) στη σκηνή
出口調査 でぐちちょうさ
ουσιαστικό
- 01 δημοσκόπηση εξόδου (στις εκλογές)
出漁 しゅつりょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξόρμηση για ψάρεμα, απόπλους για αλιεία
出稿 しゅっこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταχώριση (διαφήμισης), υποβολή διαφημιστικού κειμένου
- 02 αποστολή χειρογράφου για εκτύπωση
出国手続き しゅっこくてつづき
ουσιαστικό
- 01 διατυπώσεις αναχώρησης (απόπλου)
出しな でしな
επίρρημα
- 01 έτοιμος για αναχώρηση, έτοιμος για ξεκίνημα
出精 しゅっせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιμέλεια, εργατικότητα
出語り でがたり
ουσιαστικό
- 01 επί σκηνής εμφάνιση των μουσικών και των ψαλτών τζόρουρι (στο καμπούκι)
出世作 しゅっせさく
ουσιαστικό
- 01 έργο τέχνης ή λογοτεχνίας που φέρνει τη φήμη
出発地 しゅっぱつち
ουσιαστικό
- 01 σημείο αναχώρησης, τόπος εκκίνησης
出来高払い できだかばらい
ουσιαστικό
- 01 πληρωμή βάσει κομματιών
出生証明書 しゅっしょうしょうめいしょ
ουσιαστικό
- 01 ληξιαρχική πράξη γέννησης
出版業者 しゅっぱんぎょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 εκδότης
出資法 しゅっしほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί ρύθμισης της λήψης εισφορών, της λήψης καταθέσεων και των επιτοκίων
出入国管理 しゅつにゅうこくかんり
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος εισόδου και εξόδου από τη χώρα, μετανάστευση
出庫 しゅっこ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παράδοση από αποθήκη, αποστολή
- 02 έξοδος από γκαράζ, αναχώρηση από αμαξοστάσιο
出し放題 だしほうだい
ουσιαστικό
- 01 ελεύθερη ροή νερού
出国審査 しゅっこくしんさ
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος εξόδου (κατά την αναχώρηση από μια χώρα)
出前持ち でまえもち
ουσιαστικό
- 01 διανομέας φαγητού
出産率 しゅっさんりつ
ουσιαστικό
- 01 γεννητικότητα