257 αποτελέσματα για «初»

初公判 はつこうはん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη δίκη, πρώτη ακρόαση
初等幾何学 しょとうきかがく

ουσιαστικό

  1. 01 στοιχειώδης γεωμετρία
初乗り運賃 はつのりうんちん

ουσιαστικό

  1. 01 βασικό κόμιστρο (για τρένο, λεωφορείο, κ.λπ.), ελάχιστο κόμιστρο, αρχικό κόμιστρο
初学び ういまなび

ουσιαστικό

  1. 01 εκμάθηση κάτι καινούργιου, μελέτη για πρώτη φορά
初旅 はつたび

ουσιαστικό

  1. 01 το πρώτο ταξίδι της χρονιάς
初世 しょせい

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη γενιά, ιδρυτής
初心に返る しょしんにかえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανακαλώ τον αρχικό μου σκοπό, επιστρέφω στην αρχική μου πρόθεση, θυμάμαι την κατάσταση του πνεύματός μου κατά το ξεκίνημα
初便 しょびん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη πτήση, παρθενικό ταξίδι
  2. 02 πρώτο γράμμα, πρώτη αλληλογραφία
初中級 しょちゅうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχικό και μέσο επίπεδο
初嵐 はつあらし

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτος δυνατός άνεμος του φθινοπώρου
初茸 ハツタケ

ουσιαστικό

  1. 01 χατσουτάκε, είδος μανιταριού με κόκκινο γάλα (Λακτάριος ο χατσουτάκε)
初期臨床研修 しょきりんしょうけんしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχική κλινική εκπαίδευση (διετής μεταπτυχιακή ειδίκευση για νέους ιατρούς)
初列 しょれつ

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτεύοντα πτερά (φτερά), πρωτεύοντα πτερά
  2. 02 πρώτη σειρά, πρώτη κατάταξη, πρώτη γραμμή
初報 しょほう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη αναφορά, αρχική αναφορά, πρώτη είδηση
初等生 しょとうせい

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητής δημοτικού
初等部 しょとうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτικό (ιδίως το τμήμα δημοτικού σχολείου που αποτελεί μέρος ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος με ευρύτερες βαθμίδες), πρωτοβάθμια εκπαίδευση
  1. 01 πρώτη φορά
  2. 02 αρχή