331 αποτελέσματα για «原»

原票 げんぴょう

ουσιαστικό

  1. 01 απόκομμα (μπλοκ επιταγών)
原毛 げんもう

ουσιαστικό

  1. 01 ακατέργαστο μαλλί
原爆犠牲者 げんばくぎせいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 θύμα ατομικής βόμβας
原告対被告 げんこくたいひこく

ουσιαστικό

  1. 01 ενάγων εναντίον εναγομένου
原理とパラメータのアプローチ げんりとパラメータのアプローチ

ουσιαστικό

  1. 01 προσέγγιση αρχών και παραμέτρων
原価管理 げんかかんり

ουσιαστικό

  1. 01 διαχείριση κόστους, παρακολούθηση κόστους
原告適格 げんこくてきかく

ουσιαστικό

  1. 01 έννομο συμφέρον (για μια δικαστική υπόθεση, π.χ. αν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για την άσκηση δίωξης)
原料粉末 げんりょうふんまつ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη ύλη σε μορφή σκόνης, χύδην σκόνη
原生保護 げんせいほご

ουσιαστικό

  1. 01 διατήρηση της άγριας φύσης
原発銀座 げんぱつぎんざ

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή όπου είναι συγκεντρωμένα πολλά πυρηνικά εργοστάσια (κυριολεκτικά: γκίνζα των πυρηνικών σταθμών)
原綴 げんてつ

ουσιαστικό

  1. 01 ορθογραφία στην πρωτότυπη γλώσσα, γραφή στο πρωτότυπο σύστημα γραφής
原始星 げんしせい

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοαστέρας
原史時代 げんしじだい

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοϊστορία (η περίοδος μεταξύ προϊστορίας και ιστορίας)
原発性免疫不全症 げんぱつせいめんえきふぜんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοπαθές σύνδρομο ανοσοανεπάρκειας
原形不定詞 げんけいふていし

ουσιαστικό

  1. 01 απαρέμφατο χωρίς το μόριο to, αρχικό απαρέμφατο
原EIT げんイーアイティー

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτότυπα EIT
原稿台 げんこうだい

ουσιαστικό

  1. 01 βάση εγγράφων, στήριγμα για τη συγκράτηση χαρτιών κατά την πληκτρολόγηση κ.λπ.
  2. 02 γυάλινη επιφάνεια σαρωτή, φωτοτυπικού μηχανήματος κ.λπ.
原始モジュール げんしモジュール

ουσιαστικό

  1. 01 πηγαίο άρθρωμα, μονάδα μεταγλώττισης
原始文書型 げんしぶんしょがた

ουσιαστικό

  1. 01 τύπος αρχικού εγγράφου (ενός συνδέσμου)
原始要素型 げんしようそがた

ουσιαστικό

  1. 01 τύπος στοιχείου προέλευσης (ενός συνδέσμου)