325 αποτελέσματα για «反»

反目嫉視 はんもくしっし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ζήλια και εχθρότητα, το να ζηλεύει και να έρχεται σε ρήξη κάποιος με κάποιον άλλον
反対番 はんたいばん

ουσιαστικό

  1. 01 η αντίπαλη ομάδα σε μια ομάδα εργασίας δύο βαρδιών
反切 はんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 φαντσιέ, παραδοσιακό κινεζικό σύστημα συλλαβισμού στο οποίο χρησιμοποιούνται δύο χαρακτήρες: ο πρώτος για το αρχικό σύμφωνο, ο δεύτερος για το ομοιοκατάληκτο τμήμα και τον τόνο
反り台鉋 そりだいかんな

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινο πλάνη με κυρτή βάση, καμπυλωμένη προς την κατεύθυνση κοπής
反テロ戦争 はんテロせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 πόλεμος κατά της τρομοκρατίας (2001-)
反グローバリゼーション はんグローバリゼーション

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπαγκοσμιοποίηση
反復過多損傷 はんぷくかたそんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 τραυματισμός από επαναλαμβανόμενη καταπόνηση, σύνδρομο υπέρχρησης
反り手 そりて

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνικές πτώσης
反応中間体 はんのうちゅうかんたい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιδρών ενδιάμεσο, ενδιάμεσο
反資金洗浄法 はんしきんせんじょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 νομοθεσία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες
反転フィルム はんてんフィルム

ουσιαστικό

  1. 01 αντιστρέψιμο φιλμ
反照代名詞 はんしょうだいめいし

ουσιαστικό

  1. 01 αντανακλαστική αντωνυμία (μόνο στη γραμματική της ιαπωνικής γλώσσας)
反射代名詞 はんしゃだいめいし

ουσιαστικό

  1. 01 αντανακλαστική αντωνυμία (μόνο στη ιαπωνική γραμματική)
反射モデル はんしゃモデル

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέλο ανάκλασης
反射型カラー液晶ディスプレイ はんしゃがたカラーえきしょうディスプレイ

ουσιαστικό

  1. 01 ανακλαστική έγχρωμη οθόνη υγρών κρυστάλλων
反射計算 はんしゃけいさん

ουσιαστικό

  1. 01 υπολογισμός ανακλαστικότητας
反射公式 はんしゃこうしき

ουσιαστικό

  1. 01 τύποι ανακλαστικότητας
反射法線 はんしゃほうせん

ουσιαστικό

  1. 01 διάνυσμα ανάκλασης
反復演算 はんぷくえんざん

ουσιαστικό

  1. 01 επαναληπτική πράξη, αυτόματη διαδοχική λειτουργία
反嘴鷸 そりはししぎ

ουσιαστικό

  1. 01 τερικασκαλίδρα (Xenus cinereus)