369 αποτελέσματα για «多»
多胎分娩 たたいぶんべん
ουσιαστικό
- 01 πολύδυμη κύηση, γέννα που καταλήγει σε δίδυμα, τρίδυμα κ.λπ.
多筒式 たとうしき
ουσιαστικό
- 01 πολυκάννονο μοντέλο, μοντέλο με πολλές κάννες
多者通話 たしゃつうわ
ουσιαστικό
- 01 τηλεδιάσκεψη (επιλογή τηλεφώνου), ομαδική κλήση
多価ワクチン たかワクチン
ουσιαστικό
- 01 πολυδύναμο εμβόλιο
多値論理学 たちろんりがく
ουσιαστικό
- 01 πολυτιμη λογικη
多羅樹 たらじゅ
ουσιαστικό
- 01 ταλαϊπόριο, φοίνικας ταλά
- 02 αρχαία ινδική μονάδα μέτρησης απόστασης (περίπου 15 μέτρα)
多羅菩薩 たらぼさつ
ουσιαστικό
- 01 τάρα (θηλυκή όψη του αβαλοκιτεσβάρα)
多孔質材 たこうしつざい
ουσιαστικό
- 01 πορώδες υλικό
多角化の経済 たかくかのけいざい
ουσιαστικό
- 01 οικονομίες εύρους, οικονομίες διαφοροποίησης
多層塔 たそうとう
ουσιαστικό
- 01 πολυώροφος πύργος, παγόδα
多時 たじ
ουσιαστικό
- 01 πολύς χρόνος
多肢選択 たしせんたく
ουσιαστικό
- 01 πολλαπλής επιλογής
多光子励起 たこうしれいき
ουσιαστικό
- 01 πολυφωτονική διέγερση
多角的貿易交渉 たかくてきぼうえきこうしょう
ουσιαστικό
- 01 πολυμερείς εμπορικές διαπραγματεύσεις, πολυμερείς εμπορικές συνομιλίες
多オクテット たオクテット
ουσιαστικό
- 01 πολυοκταδικός, πολυοκταδικός
多バイト文字 たバイトもじ
ουσιαστικό
- 01 χαρακτήρας πολλαπλών byte
多元接続 たげんせつぞく
ουσιαστικό
- 01 πολλαπλή πρόσβαση
多元接続方式 たげんせつぞくほうしき
ουσιαστικό
- 01 μέθοδος πολλαπλής πρόσβασης, μέθοδος πρόσβασης διαύλου
多元分類体系 たげんぶんるいたいけい
ουσιαστικό
- 01 πολυδιάστατο σύστημα ταξινόμησης
多言語サポート たげんごサポート
ουσιαστικό
- 01 πολυγλωσσική υποστήριξη