1666 αποτελέσματα για «大»

大船に乗る おおぶねにのる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βασίζομαι σε στέρεες βάσεις και βρίσκομαι σε ασφαλή κατάσταση, ησυχάζω, επιβιβάζομαι σε μεγάλο πλοίο
大詰め おおづめ

ουσιαστικό

  1. 01 τελική σκηνή, το τέλος, φινάλε
大森 おおもり

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλο δάσος
大舞台 おおぶたい

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη σκηνή
  2. 02 μεγάλο σκηνικό, σπουδαίο πεδίο δράσης
大吉 だいきち

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη τύχη (ειδικά στη χαρτομαντεία)
大らか おおらか

επίθετο

  1. 01 ήρεμος, πράος, γαλήνιος
  2. 02 ανοιχτόκαρδος, ανεκτικός, μεγαλόψυχος, γενναιόδωρος
大罪人 だいざいにん

ουσιαστικό

  1. 01 βαρυποινίτης, ειδεχθής εγκληματίας
大サービス だいサービス

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη προσφορά, εξαιρετική ευκαιρία
大好評 だいこうひょう

ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετικά επαινούμενος, ιδιαίτερα εγκωμιασμένος, πολύ καλά αποδεκτός, ιδιαίτερα δημοφιλής
大家族 だいかぞく

ουσιαστικό

  1. 01 πολυμελής οικογένεια
  2. 02 διευρυμένη οικογένεια
大学を出る だいがくをでる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποφοιτώ από πανεπιστήμιο
大先輩 だいせんぱい

ουσιαστικό

  1. 01 πολύ ανώτερος συνάδελφος ή μέντορας, βετεράνος
大上段 だいじょうだん

ουσιαστικό

  1. 01 κρατώ το σπαθί πάνω από το κεφάλι (στάση κέντο)
  2. 02 αλαζονική στάση, αυταρχικός τρόπος συμπεριφοράς
大気圏 たいきけん

ουσιαστικό

  1. 01 ατμόσφαιρα
大盤振る舞い おおばんぶるまい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλουσιοπάροχο γεύμα, μεγαλοπρεπές συμπόσιο
  2. 02 εταιρική γενναιοδωρία, πλουσιοπάροχη φιλοξενία
大帝 たいてい

ουσιαστικό

  1. 01 μέγας αυτοκράτορας, ο Μέγας
大仏 だいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 νταϊμπούτσου, μεγάλο άγαλμα του Βούδα (συνήθως με ύψος τουλάχιστον 4,8 μέτρα)
大火 たいか

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη πυρκαγιά
大先生 だいせんせい

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλος δάσκαλος, μεγάλος μάστορας, μεγάλος συγγραφέας, μεγάλος γιατρός
大天使 だいてんし

ουσιαστικό

  1. 01 αρχάγγελος