431 αποτελέσματα για «実»

実のある みのある

άλλο

  1. 01 στερεός, ουσιαστικός, βάσιμος, αποδοτικός, νόημα έχων, ωφέλιμος
実経験 じつけいけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρακτική εμπειρία, πραγματική εμπειρία
実行権 じっこうけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα εκτέλεσης (ενός αρχείου), άδεια εκτέλεσης
実況配信 じっきょうはいしん

ουσιαστικό

  1. 01 ζωντανή μετάδοση, ζωντανή ροή περιεχομένου (μέσω διαδικτύου)
実質GDP じっしつジーディーピー

ουσιαστικό

  1. 01 πραγματικό ΑΕΠ
実測図 じっそくず

ουσιαστικό

  1. 01 τοπογραφικό διάγραμμα, σχεδιάγραμμα ακριβούς μέτρησης
実効再生産数 じっこうさいせいさんすう

ουσιαστικό

  1. 01 ενεργός αριθμός αναπαραγωγής
実理 じつり

ουσιαστικό

  1. 01 πρακτική θεωρία
実証研究 じっしょうけんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εμπειρική έρευνα
実証哲学 じっしょうてつがく

ουσιαστικό

  1. 01 θετικισμός
実アドレス じつアドレス

ουσιαστικό

  1. 01 πραγματική διεύθυνση, φυσική διεύθυνση
実用語 じつようご

ουσιαστικό

  1. 01 πρακτική γλώσσα, γλώσσα που χρησιμοποιείται στην καθημερινή δραστηριότητα (σε αντίθεση με τις επίσημες γλώσσες), γλώσσα επικοινωνίας
実況アナウンサー じっきょうアナウンサー

ουσιαστικό

  1. 01 σχολιαστής αγώνων σε ζωντανή μετάδοση, επιτόπιος σχολιαστής
実行環境 じっこうかんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 περιβάλλον εκτέλεσης
実体論 じったいろん

ουσιαστικό

  1. 01 ουσιωκρατία
実体鏡 じったいきょう

ουσιαστικό

  1. 01 στερεοσκόπιο
実施例 じっしれい

ουσιαστικό

  1. 01 παράδειγμα εκτέλεσης (π.χ. σε διπλώματα ευρεσιτεχνίας), πρακτικό παράδειγμα, λειτουργικό παράδειγμα, ενσάρκωση
実地指導 じっちしどう

ουσιαστικό

  1. 01 πρακτική καθοδήγηση, επιτόπια εκπαίδευση, πρακτική διδασκαλία
実らしい じちらしい

επίθετο

  1. 01 ειλικρινής (εμφάνιση), αυθεντικός (εντύπωση)
実勢価格 じっせいかかく

ουσιαστικό

  1. 01 τρέχουσα τιμή αγοράς