272 αποτελέσματα για «年»

年端月 としはづき

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτος σεληνιακός μήνας
年少扶養控除 ねんしょうふようこうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 φορολογική απαλλαγή για παιδί κάτω των 16 ετών
年頭の誓い ねんとうのちかい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοχρονιάτικη υπόσχεση
年始着 ねんしぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ενδυμασία νέου έτους
年見 としみ

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή μαντείας της σοδειάς στο Τοχόκου (14η νύχτα του νέου έτους)
年酒 ねんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ποτά για τον εορτασμό της Πρωτοχρονιάς (σάκε, κρασί κ.λπ.)
年の朝 としのあした

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοχρονιάτικο πρωινό
年輪年代学 ねんりんねんだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 δενδροχρονολόγηση
年明き ねんあき

ουσιαστικό

  1. 01 λήξη περιόδου υπηρεσίας
年輪年代法 ねんりんねんだいほう

ουσιαστικό

  1. 01 δενδροχρονολόγηση
年寄りっ子 としよりっこ

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί γεννημένο από γονείς μεγαλύτερης ηλικίας
  2. 02 παιδί αναθρεμμένο από παππούδες, παιδί κακομαθημένο από λατρεύοντες παππούδες
年周視差 ねんしゅうしさ

ουσιαστικό

  1. 01 ετήσια παράλλαξη, ηλιοκεντρική παράλλαξη, αστρική παράλλαξη
年少組 ねんしょうぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 τάξη νεότερων, ομάδα μικρότερων παιδιών
年率換算 ねんりつかんさん

ουσιαστικό

  1. 01 ετησιοποιημένος ρυθμός
年較差 ねんかくさ

ουσιαστικό

  1. 01 ετήσιο εύρος (θερμοκρασίας)
年間所得 ねんかんしょとく

ουσιαστικό

  1. 01 ετήσιο εισόδημα, ετήσιες αποδοχές
年次休暇 ねんじきゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 ετήσια άδεια, ετήσια άδεια με αποδοχές, ετήσια αργία με αποδοχές
年齢サイン ねんれいサイン

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδια γήρανσης
年齢肌 ねんれいはだ

ουσιαστικό

  1. 01 δέρμα που παρουσιάζει σημάδια γήρανσης (π.χ. ρυτίδες), γερασμένο δέρμα
年季奉公人 ねんきぼうこうにん

ουσιαστικό

  1. 01 συμβασιούχος υπηρέτης, μαθητευόμενος με συμβόλαιο