281 αποτελέσματα για «引»
引数キーワード ひきすうキーワード
ουσιαστικό
- 01 λέξη-κλειδί ορίσματος
引数結合 ひきすうけつごう
ουσιαστικό
- 01 σύνδεση ορισμάτων
引数実体 ひきすうじったい
ουσιαστικό
- 01 παράμετρος οντότητας
引数実体参照 ひきすうじったいさんしょう
ουσιαστικό
- 01 αναφορά οντότητας παραμέτρου
引数表記 ひきすうひょうき
ουσιαστικό
- 01 παράμετρος, κυριολεκτική τιμή παραμέτρου
引数分離子 ひきすうぶんりし
ουσιαστικό
- 01 διαχωριστικό παραμέτρων
引数領域 ひきすうりょういき
ουσιαστικό
- 01 περιοχή ορισμάτων
引用索引 いんようさくいん
ουσιαστικό
- 01 ευρετήριο παραπομπών
引用仕様 いんようしよう
ουσιαστικό
- 01 διεπαφή
引用仕様宣言 いんようしようせんげん
ουσιαστικό
- 01 μπλοκ διεπαφής
引用仕様本体 いんようしようほんたい
ουσιαστικό
- 01 σώμα διεπαφής
引用文字列 いんようもじれつ
ουσιαστικό
- 01 συμβολοσειρά παράθεσης
引込管 ひきこみかん
ουσιαστικό
- 01 σωλήνας εισαγωγής, αγωγός παροχής
引火性液体 いんかせいえきたい
ουσιαστικό
- 01 εύφλεκτο υγρό, εύφλεκτο ρευστό
引き揚げ船 ひきあげふね
ουσιαστικό
- 01 πλοίο εκκένωσης, πλοίο επαναπατρισμού
引手茶屋 ひきてぢゃや
ουσιαστικό
- 01 τεϊοποτείο που λειτουργεί ως οίκος ανοχής ή συνοικέσιο για ιερόδουλες
引き返し編み ひきかえしあみ
ουσιαστικό
- 01 κοντές σειρές (στην πλέξη), διαμόρφωση με κοντές σειρές, πλέξιμο με κοντές σειρές
引き締まった ひきしまった
άλλο
- 01 γραμμωμένος, σφιχτός, γυμνασμένος (σώμα, μύες), συμπαγής, συμπιεσμένος
引張接着強さ ひっぱりせっちゃくつよさ
ουσιαστικό
- 01 αντοχή εφελκυσμού συγκόλλησης, συγκολλητική αντοχή υπό εφελκυσμό, αντοχή αποκόλλησης
引火源 いんかげん
ουσιαστικό
- 01 πηγή ανάφλεξης