244 αποτελέσματα για «強»
強制性交等罪 きょうせいせいこうとうざい
ουσιαστικό
- 01 έγκλημα αναγκαστικής σεξουαλικής επαφής, βιασμός
強迫症 きょうはくしょう
ουσιαστικό
- 01 ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση
強行突入 きょうこうとつにゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βίαιη είσοδος, παραβίαση (κτιρίου, δωματίου, κ.λπ.), έφοδος (π.χ. από την αστυνομία ή ειδικές δυνάμεις)
強
- 01 δυνατός