253 αποτελέσματα για «悪»

悪行税 あくぎょうぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος αμαρτίας (ειδικός φόρος κατανάλωσης κ.λπ. σε ορισμένα αγαθά που θεωρούνται επιβλαβή για την κοινωνία και τα άτομα)
悪遠慮 わるえんりょ

ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολική συστολή
悪臭防止法 あくしゅうぼうしほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος για τον έλεγχο των δυσάρεστων οσμών
悪魔憑き あくまつき

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που έχει καταληφθεί από κακό πνεύμα, κατάληψη από κακό πνεύμα
悪玉ハッカー あくだまハッカー

ουσιαστικό

  1. 01 κακόβουλος χάκερ
悪しい あしい

επίθετο

  1. 01 κακός, ανεπαρκής, πρόχειρος
悪趣 あくしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 κόσμος στον οποίο πηγαίνουν όσοι έχουν διαπράξει κακές πράξεις σε αυτή τη ζωή, κακό βασίλειο
悪魔の3歳 あくまのさんさい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τρομερή ηλικία των τριών, άτακτη ηλικία των τριών, φάση του μικρού εφήβου, δαιμονισμένη ηλικία των τριών
悪うございました わるうございました

άλλο

  1. 01 έφταιγα, ήταν λάθος μου, το παραδέχομαι
悪水路 あくすいろ

ουσιαστικό

  1. 01 αγωγός για βιομηχανικά απόβλητα και λύματα
悪魔的 あくまてき

επίθετο

  1. 01 δαιμονικός, διαβολικός, σατανικός
悪の華 あくのはな

ουσιαστικό

  1. 01 Τα άνθη του κακού
  1. 01 κακός
  2. 02 κακία
  3. 03 παλιάνθρωπος
  4. 04 ψεύτικος
  5. 05 κακό
  6. 06 λάθος