288 αποτελέσματα για «時»

時相名詞 じそうめいし

ουσιαστικό

  1. 01 ουσιαστικό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επίρρημα, χρονικό ουσιαστικό
時雨月 しぐれづき

ουσιαστικό

  1. 01 δέκατος σεληνιακός μήνας
時価主義 じかしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 βάση τρέχουσας αγοραίας αξίας, αρχή της τρέχουσας αγοραίας αξίας
時間生物学 じかんせいぶつがく

ουσιαστικό

  1. 01 χρονοβιολογία
時艱 じかん

ουσιαστικό

  1. 01 προβλήματα που επηρεάζουν μια χρονική περίοδο, δυσκολίες χαρακτηριστικές μιας εποχής, δύσκολα προβλήματα των καιρών
時雨忌 しぐれき

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα μνήμης του Ματσούο Μπασό (12η ημέρα του 10ου σεληνιακού μήνα, συνδεδεμένη με την αλλαγή των εποχών)
時雨の化 じうのか

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ευεργετική διακυβέρνηση ενός ευγενικού ηγεμόνα
時間知覚 じかんちかく

ουσιαστικό

  1. 01 αντίληψη του χρόνου, χρονογνωσία
時限ストライキ じげんストライキ

ουσιαστικό

  1. 01 περιορισμένης διάρκειας απεργία
時限スト じげんスト

ουσιαστικό

  1. 01 απεργία περιορισμένης χρονικής διάρκειας
時圏 じけん

ουσιαστικό

  1. 01 ωριαίος κύκλος, κύκλος απόκλισης
時んば ときんば

άλλο

  1. 01 στις περιπτώσεις που ...
時計学 とけいがく

ουσιαστικό

  1. 01 ωρολογοποιία
時辰 じしん

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος, ώρα
時期早々 じきそうそう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 πρόωρος, βιαστικός
時効硬化 じこうこうか

ουσιαστικό

  1. 01 γήρανση, σκλήρυνση λόγω καθίζησης, σκλήρυνση λόγω σωματιδίων
時無し大根 ときなしだいこん

ουσιαστικό

  1. 01 λευκό ραπάνι ντάικον που καλλιεργείται όλο τον χρόνο
時代に呼応する じだいにこおうする

άλλο, ρήμα

  1. 01 συμβαδίζω με την εποχή, είμαι επίκαιρος, ανταποκρίνομαι στις απαιτήσεις της εποχής
時中 ときなか

ουσιαστικό

  1. 01 μία ώρα
時短ハラスメント じたんハラスメント

ουσιαστικό

  1. 01 παρενόχληση που σχετίζεται με τη μείωση των ωρών εργασίας (διατηρώντας όμως τη συνολική παραγωγικότητα)