395 αποτελέσματα για «特»
特別支援教育 とくべつしえんきょういく
ουσιαστικό
- 01 ειδική αγωγή, εκπαίδευση ειδικής αγωγής, εκπαίδευση για παιδιά με ειδικές ανάγκες
特待券 とくたいけん
ουσιαστικό
- 01 τιμητικό εισιτήριο, δωρεάν πάσο
特少 とくしょう
ουσιαστικό
- 01 ειδικό αναμορφωτήριο, ειδικό σωφρονιστικό κατάστημα ανηλίκων, σωφρονιστικό ίδρυμα ανηλίκων για σοβαρά παραπτώματα
特発 とくはつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ιδιοπάθεια
- 02 ειδικό δρομολόγιο τρένου (ή λεωφορείου κ.λπ.)
特認 とくにん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ειδική έγκριση
特別地方公共団体 とくべつちほうこうきょうだんたい
ουσιαστικό
- 01 ειδικός τοπικός δημόσιος φορέας
特管 とっかん
ουσιαστικό
- 01 βιομηχανικό απόβλητο που υπόκειται σε ειδικό έλεγχο
特定用途向けIC とくていようとむけアイシー
ουσιαστικό
- 01 ολοκληρωμένο κύκλωμα ειδικής εφαρμογής
特別定額給付金 とくべつていがくきゅうふきん
ουσιαστικό
- 01 ειδικό εφάπαξ χρηματικό βοήθημα (για παράδειγμα κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19)
特殊配達 とくしゅはいたつ
ουσιαστικό
- 01 ειδική παράδοση, ειδική αποστολή
特定危険部位 とくていきけんぶい
ουσιαστικό
- 01 καθορισμένο υλικό κινδύνου, ΚΥΚ
特許明細書 とっきょめいさいしょ
ουσιαστικό
- 01 περιγραφή διπλώματος ευρεσιτεχνίας, προδιαγραφές διπλώματος ευρεσιτεχνίας
特許品 とっきょひん
ουσιαστικό
- 01 πατενταρισμένο αντικείμενο, εφεύρεση με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
特許群 とっきょぐん
ουσιαστικό
- 01 πυκνό δίκτυο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, σύμπλεγμα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας
特定支出控除 とくていししゅつこうじょ
ουσιαστικό
- 01 έκπτωση για ειδικές δαπάνες
特科兵 とっかへい
ουσιαστικό
- 01 στρατιώτης υποστήριξης
特任講師 とくにんこうし
ουσιαστικό
- 01 ειδικός λέκτορας (αναπληρωτής καθηγητής κ.ά.)
特免 とくめん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ειδική εξαίρεση, απαλλαγή
特定銘柄 とくていめいがら
ουσιαστικό
- 01 συγκεκριμένες μετοχές, επιλεγμένοι ηγέτες της αγοράς, καθορισμένες κερδοσκοπικές μετοχές
特別目的会社 とくべつもくてきがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 εταιρεία ειδικού σκοπού